René Magritte – the human condition, 1933
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Πολλές φορές όροι όπως «προσωπικότητα», «σύμπλεγμα», «προβολή» ή «διαταραχή» χρησιμοποιούνται σαν να αναφέρονται σε αυθύπαρκτες οντότητες, ανεξάρτητες από το σύνολο ιδεών διά του οποίου συγκροτούνται οι ίδιες ως έννοιες. Ωστόσο, οι όροι της ψυχολογίας, όπως και η «αντικειμενικότητά» τους, δεν αποτελούν φυσικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα που απλώς «έτσι είναι».
Κάθε θεωρία, ερευνητική πρακτική και κλινική παρέμβαση στην ψυχολογία εδράζεται, πολλές φορές άδηλα και αυτονόητα, σε κάποιες επιστημολογικές παραδοχές.
Πολύ γενικά, η επιστημολογία αποτελεί κλάδο της φιλοσοφίας που εξετάζει και θέτει ερωτήματα σε σχέση με το πώς ορίζεται η «αλήθεια» ή η «έγκυρη γνώση» σε κάθε θεωρητική και ερευνητική προσέγγιση της επιστήμης (Δαφέρμος, 2020, p. 21). Κάποια από αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα τα εξής: Τι ορίζουμε ως «γνώση»; Tι αποτελεί αλήθεια ή δεδομένο σε σχέση με ένα γνωστικό αντικείμενο ή ένα φαινόμενο; Πως ξέρουμε ότι «γνωρίζουμε»; Τι μορφή έχει; Mε ποιον τρόπο συγκροτείτε και αναπαρίσταται η γνώση; Με ποιον τρόπο αυτή καθίσταται διαθέσιμη;
Η ψυχολογία δεν αποτελεί μια ομοιογενή επιστήμη. Αντιθέτως, περιλαμβάνει πληθώρα διαφορετικών οπτικών , τόσο στο επίπεδο της έρευνας (π.χ. ποσοτική και ποιοτική) όσο και στο επίπεδο της θεωρίας και της ψυχοθεραπείας.
Διαφορετικές επιστημολογικές παραδοχές διαμορφώνουν διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της γνώσης, των ψυχολογικών διεργασιών και της επιστημονικής έρευνας. Έννοιες όπως «ψυχολογικό πρόβλημα», «θεραπεία» ή «επιστημονική απόδειξη» αποκτούν διαφορετικό νόημα ανάλογα με την επιστημολογική προοπτική που κανείς υιοθετεί.
ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ
Ανεξάρτητα από την επιστημολογική προοπτική που υιοθετούμε, προκειμένου η επιστημονική παρατήρηση να αποκτήσει μορφή με την οποία να μπορεί να επικοινωνηθεί να επεξεργαστεί και να εξεταστεί , πρέπει να μορφοποιηθεί σε γλωσσικά σχήματα και έννοιες.
Η σχέση αυτή, βέβαια, δεν αφορά αποκλειστικά την επιστημονική γνώση. Συνδέεται ευρύτερα με τον τρόπο με τον οποίο ως άνθρωποι διαμορφώνουμε σχέσεις με την εμπειρία μας και τον κόσμο.
Η ανθρώπινη εμπειρία χαρακτηρίζεται τόσο από μια αισθητηριακή διάσταση, όσο και από τον τρόπο που σχετιζόμαστε με αυτή μέσα από γλωσσικές και γνωσιολογικές–εννοιολογικές διεργασίες. Από τη μία, βιώνουμε τα πράγματα ως σωματικές, αισθητηριακές παρατηρήσεις και συναισθηματικές ποιότητες. Από την άλλη, τα προσεγγίζουμε μέσω του νοήματος που τους αποδίδουμε, αξιοποιώντας ένα ευρύ φάσμα εννοιολογικών πόρων και ιδεών.
Η επιστήμη αποτελεί, μεταξύ άλλων, μια συστηματοποιημένη και αυστηρότερη μορφή αυτής της διαδικασίας, οργανώνοντάς την μέσω συγκεκριμένων εννοιολογικών, γλωσσικών και μεθοδολογικών εργαλείων, όπως η έρευνα.
Μια βασική αφετηρία διαφωνιών και διαφοροποιήσεων ανάμεσα στις επιστημολογικές προοπτικές της Ψυχολογίας αποτελεί η υιοθέτηση διαφορετικών θεωρητικών παραδοχών ως προς αυτή τη σχέση μεταξύ της βιωμένης εμπειρίας και των γλωσσικών–εννοιολογικών σχημάτων, μέσω των οποίων αυτή γίνεται κατανοητή και επιστημονικά προσεγγίσιμη.
ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Μια σχετική επιστημολογική θέση αποτελεί η ρεαλιστική-θετικιστική άποψη. Σύμφωνα με αυτή, η γνωσιακή και εννοιολογική σχέση του ανθρώπου με όσα βιώνει, παρατηρεί και κάνει, μπορεί να αποτελέσει μια σχέση αντικειμενική.
Με την επιστημονική μελέτη της ψυχολογίας, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στην αλήθεια των ψυχολογικών διεργασιών και της συμπεριφοράς. Για τη ρεαλιστική-θετικιστική επιστημολογική προοπτική, οι ψυχολογικές διεργασίες αποτελούν μια επικράτεια αντικειμενικών φαινομένων, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία βρίσκονται «εκεί έξω».
Επίσης, τα μέσα όπως ο πειραματισμός και αρχές όπως αυτές της προβλεψιμότητας και της επαλήθευσης, αποτελούν τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην ανακάλυψη μιας έγκυρης γνώσης αυτών των αντικειμενικών χαρακτηριστικών. Για αυτή την προσέγγιση, οι έννοιες και τα θεωρητικά σχήματα που επαληθεύονται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας συστηματικού εμπειρικού ελέγχου παρατήρησης, μπορούν να αποκτήσουν μια περιγραφική–αντικειμενική σχέση με το φαινόμενο στο οποίο αναφέρονται. (βλ. Godfrey-Smith 2021, Crotty 1998, Psillos 1999)
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ-ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Ας πάρουμε για παράδειγμα τον όρο της «μετάθεσης» που περιγράφει έναν κλασσικό μηχανισμό άμυνας στην ψυχαναλυτική θεωρία. Ως μετάθεση μπορούμε να ορίσουμε την ασυνείδητη μετατόπιση μιας συναισθηματικής αντίδρασης από τον αρχικό της στόχο, ο οποίος θεωρείται απειλητικός, σε έναν άλλο λιγότερο απειλητικό (McWilliams, 2012, p. 310).
Ας φανταστούμε στη συνέχεια ότι η έκφραση θυμού ενός παιδιού προς μια ισχυρότερη φιγούρα παρεμποδίζεται και το παιδί τότε τείνει να εμφανίζει συστηματικά μετατόπιση της επιθετικότητας του προς πιο ασφαλείς στόχους. Σε περιπτώσεις που, για παράδειγμα, ο γονέας φαίνεται αυστηρός ή απειλητικός, το παιδί μπορεί να αποφεύγει την άμεση έκφραση θυμού προς αυτόν και να εκδηλώνει επιθετική συμπεριφορά προς τον μικρότερο αδελφό του.
Αν παρατηρήσουμε ότι αυτή η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται με τρόπο ώστε, σε ανάλογες συνθήκες η εκδήλωση μετατοπισμένης επιθετικότητας να γίνεται προβλέψιμη με σχετική σταθερότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι η έννοια «μετάθεση» περιγράφει αντικειμενικά τον μηχανισμό πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΧΕΤΙΚΙΣΜΟΣ
Μια άλλη επιστημολογική οπτική αποτελεί η οπτική του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. Σύμφωνα με αυτή την προοπτική, η σχέση των ανθρώπων με την εμπειρία μέσω της χρήσης γλωσσικών σχημάτων, δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει μια σχέση περιγραφική, αλλά θα είναι πάντοτε κατασκευαστική. Με τη χρήση της γλώσσας οι άνθρωποι ανακατασκευάζουν την παρατηρήσιμη εμπειρία , κόβοντας και ράβοντάς τη στα μέτρα των ορισμών που χρησιμοποιούν για να τα μελετήσουν.
Για τον κοινωνικό κονστρουξιονισμό η παραγωγή ψυχολογικής γνώσης, μέσα από την επιστημονική παρατήρηση, η οποία θεμελιώνεται και διαμεσολαβείτε από γλωσσικά- θεωρητικά σχήματα, δεν μπορεί να αποκαλύψει μια αλήθεια αντικειμενική και ανεξάρτητη από τα όρια της ανθρώπινης εννοιολογικής παρέμβασης, καθώς αποτελεί η ίδια αποτέλεσμα ανθρώπινης «τεχνουργίας».
Κατ’ επέκταση, η «πραγματικότητα» των ψυχολογικών διεργασιών που διαμεσολαβείται από έννοιες της Ψυχολογίας, είναι μια «πραγματικότητα» κατασκευασμένη, σμιλευμένη σε συμφωνία με το πρότυπο των γλωσσικών συμβάσεων που χρησιμοποιεί για να την ορίσει, όχι καθαρός αντικατοπτρισμός αυτής (Gergen, 1985).
Aπό αυτή την άποψη, η «αλήθεια» και η έγκυρη γνώση σε σχέση με τα αντικείμενα μελέτης της Ψυχολογίας καθίστανται σχετικές και όχι αντικειμενικές.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Με βάση το παραπάνω παράδειγμα, σύμφωνα με την κονστρουξιονιστική οπτική, δεν είναι ότι το φαινόμενο αποτελεί αντικειμενικά «μετάθεση» και άρα ότι η έννοια «μετάθεση» περιγράφει αντικειμενικά το φαινόμενο. Αντίθετα, είναι ότι η έννοια «μετάθεση» διαμορφώνει την αντίληψη της συμπεριφοράς του παιδιού ως «μετάθεση», συλλαμβάνοντάς την ως ένα διακριτικό φαινόμενο, διαφορετικό ας πούμε από μια απλή εκδήλωση θυμού.
ΓΙΑΤΙ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ;»
Σε τι έγκειται η χρήση της λέξης «κατασκευή» όταν μιλάμε για τη σχέση του ανθρώπου με τη βιωμένη εμπειρία μέσα από γλωσσικά- εννοιολογικά σχήματα; Ποια είναι ακριβώς τα επιχειρήματα πάνω στα οποία εδράζεται η ιδέα περί σχετικότητας της γνώσης και της αλήθειας;
Ίσως μπορούμε να πούμε ότι ένα από τα επιχειρήματα της κονστρουξιονιστικής προοπτικής σε σχέση με την κατασκευή της πραγματικότητας είναι θεμελιωμένο πάνω σε μια ιδέα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνουν έννοιες για όσα κάνουν, σκέφτονται και βιώνουν.
Σε αυτή τη γραμμή σκέψης, προτείνω να δούμε τη διαδικασία παραγωγής εννοιών ως διαδικασία που αναδεικνύεται μέσα από μια προσέγγιση της παραγωγής νοήματος που χρησιμοποιεί ως βάση θεωρητικές θέσεις όπως αυτή του Saussure αλλά και θεωρητικών του κοινωνικού κονστρουξιονισμού όπως οι Berger και Luckmann (βλ. Saussure, 1916/1983· Berger & Luckmann, 1966).
Ως νόημα ορίζω την διαδικασία αλλά και το αποτέλεσμα της εννοιολογικής οργάνωσης όσων παρατηρούμε, η οποία ενθυλακώνει στο περιεχόμενο της έναν ορισμό που απαντά στο τι «είναι» ή δεν είναι κάτι, διαφοροποιώντας το από άλλα πράγματα.
Η παραγωγή εννοιών και ο γλωσσικός ορισμός ενός «αντικειμένου» παρατήρησης, προϋποθέτει μια διεργασία διάκρισης. Από το πλήθος των προσλαμβανόμενων στοιχείων της εμπειρίας, ορισμένα αναδεικνύονται ως πιο κεντρικά για τον ορισμό όσων παρατηρούμε, ενώ άλλα, εξίσου διαθέσιμα, αποκλείονται από τον ορισμό του. Στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, κάθε επιλογή στοιχείων που οριοθετεί το νόημα που για ένα «αντικείμενο» της εμπειρίας, έχει ως αναγκαία συνθήκη την απόκλιση άλλων στοιχείων, όπου η επιλογή τους θα διαμόρφωνε ένα διαφορετικό νόημα για αυτό το «αντικείμενο».
Ας ορίσουμε για παράδειγμα τη στεναχώρια με βάση το πώς τη βιώνουμε αισθητηριακά, σωματικά και συναισθηματικά: η στεναχώρια είναι μια κατάσταση μειωμένης σωματικής και ψυχικής κινητοποίησης, που βιώνεται ως βάρος, επιβράδυνση και εσωτερική συστολή. Εκδηλώνεται αισθητηριακά μέσα από κόπωση, χαμηλή ενέργεια, αίσθηση κενού ή πίεσης στο στήθος και βραδύτητα.
Αυτή η έννοια της στεναχώριας αποκλείει από τον ορισμό της κοινωνικά και επικοινωνιακά στοιχεία που μπορεί να τη συνοδεύουν ως βίωμα μέσα από πολιτισμικές αναγνώσεις της. Ενδεικτικά, η στεναχώρια μπορεί να οριστεί ως μια σχεσιακή και επικοινωνιακή πράξη, μέσω της οποίας ένα άτομο σηματοδοτεί μια μεταβολή στη θέση του μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Δηλαδή, έναν τρόπο με τον οποίο ένα άτομο μπορεί να δηλώσει απώλεια ή ματαίωση, ανάγκη για απόσυρση ή φροντίδα.
Τα στοιχεία που τροφοδοτούν αυτή τη διαδικασία, μπορεί να προέρχονται από την εννοιολογική σχέση με την εμπειρία. Δηλαδή, μέσα από ήδη κοινωνικά διαθέσιμα εννοιολογικά σχήματα κατανόησης και ορισμών της εμπειρίας, καθώς και από αισθητηριακά, σωματικά και συναισθηματικά ίχνη της εμπειρίας.
Ιδέες, συνειρμοί, μνήμες βιωμάτων και συναισθημάτων, καθώς και θεωρίες διαφόρων διανοητικών παραδόσεων (π.χ. της γνωσιακής επιστήμης, της κυβερνητικής, της θρησκείας) μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοια στοιχεία.
Αυτή η διεργασία διάκρισης δεν συντελείται απλώς ατομικά. Αντίθετα, συστήματα ανθρώπων, μικρότερα, όπως μια οικογένεια ή μιας παρέα, ή μεγαλύτερα, όπως θρησκευτικές, ιδεολογικές, ή επιστημονικές ομάδες, αναδεικνύουν ορισμένες πληροφορίες και όψεις της εμπειρίας ως πιο σημαντικές για την κατανόηση των ψυχολογικών διεργασιών. Μέσα από μορφές επικοινωνίας και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, συγκροτούν κοινά αποδεκτούς τρόπους κατανόησης και ορισμού των ανθρώπινων βιωμάτων.
Οι ορισμοί αυτοί παγιώνονται και μέσω της αποδοχής τους τα μέλη των συστημάτων συντονίζονται σε μορφές επικοινωνίας, αφηγημάτων, εξηγήσεων και τελετουργικών. Όσο αυτές οι πρακτικές κανονικοποιούνται, οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως κριτήριο ορισμού της εμπειρίας αναδεικνύονται ως αυτονόητες στο εσωτερικό αυτών των συστημάτων (βλ. Bruner, 1990). Παράλληλα, και οι ίδιοι οι γλωσσικοί ορισμοί που συγκροτούνται μέσα από αυτή τη διαδικασία, αντιμετωπίζονται ως λογικοί και αληθείς.
Με τον τρόπο αυτό, έννοιες όπως η «μετάθεση» για παράδειγμα, κατασκευάζονται και αποκτούν ζωή ως διακριτά και αληθινά φαινόμενα του κόσμου.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΟΜΑΔΑΣ
Για παράδειγμα, ας φανταστούμε μια ομάδα αναλυτών που εκπαιδεύεται σε κάποια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Στα σεμινάρια, στις εποπτείες και στη μελέτη κειμένων, μαθαίνουν να ακούν και να μιλούν για «καταθλιπτικόμορφες» ψυχολογικές καταστάσεις, όχι απλώς ως σύνολο συμπτωμάτων που αφορούν τη διάθεση, όπως χαμηλή ενεργητικότητα, αλλά ως αποτέλεσμα ασυνείδητων διεργασιών (όπως αμυντικών μηχανισμών του Εγώ).
Σταδιακά, η κατανόηση αυτή σταθεροποιείται επικοινωνιακά. Ενημερώνει ερμηνείες και θεωρητικές διατυπώσεις. Η παρατεταμένη και καθηλωτική θλίψη μπορεί να ορίζεται και να εξηγείται ως ασυνείδητη ενδοβολή με ένα χαμένο «αντικείμενο» στο οποίο το άτομο είχε επενδύσει ψυχολογικά, ή ας πούμε ως επιθετικότητα στραμμένη προς το Εγώ.
Οι όροι αυτοί δεν παραμένουν περιγραφικοί, αλλά οργανώνουν την ίδια τη θεραπευτική πράξη. Η ψυχαναλύτρια ενδέχεται να διερευνήσει τη σχέση του θεραπευόμενου με την ενοχή, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει ή απωθεί την επιθετικότητα, ποιο είναι το χαμένο αντικείμενο το οποίο έχει ενδοβάλει κ.λπ. Οι ερωτήσεις που τίθενται και οι συνδέσεις που γίνονται διαμορφώνονται από αυτό το ψυχαναλυτικό εννοιολογικό πλαίσιο.
Παράλληλα, οι ίδιες αυτές διατυπώσεις επαναλαμβάνονται σε συνέδρια, δημοσιεύονται σε άρθρα, διδάσκονται σε νέους εκπαιδευόμενους. Έτσι, όσο τα μέλη αυτής της ομάδας αναλυτών χρησιμοποιούν και συντονίζονται με τους ορισμούς αυτής της ψυχοδυναμικής προοπτικής, συγκροτούν έναν κοινό τόπο, μια σύμβαση γύρω από το τι «είναι» οι «καταθλιπτικόμορφες» ψυχολογικές καταστάσεις. Έτσι, το φαινόμενο δεν περιγράφεται απλώς, αλλά ορίζεται και αποκτά ζωή μέσα στο συγκεκριμένο καθεστώς «αλήθειας» της ομάδας.
Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Ανακεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση: βασική παραδοχή της κονστρουξιονιστικής προοπτικής, ως προς την κατασκευαστική φύση της σχέσης μεταξύ των εννοιών και των παρατηρήσεων που καλούνται να προσδιορίσουν, είναι η παραδοχή ότι η διαδικασία διάκρισης αυτών των πληροφοριών για τη δημιουργία ενός ορισμού, δεν καθορίζεται από τα ίδια τα ψυχολογικά φαινόμενα, αλλά από τους ανθρώπους. Τα βιώματα και οι αισθητηριακές παρατηρήσεις δεν φέρουν από μόνα τους καθορισμένο νόημα, ούτε προϋποθέτουν από τη φύση τους ποιες από αυτές τα στοιχεία είναι σημαντικότερα για τη μελέτη, τον ορισμό και την εξήγησή τους.
Αντίθετα, οι άνθρωποι μέσα στα πλαίσια κοινοτήτων, όπως και επιστημονικών κοινοτήτων, πρωτερεοποιούν διάφορα κριτήρια ορισμού της εμπειρίας και των ψυχολογικών διεργασιών δημιουργώντας μια γκάμα από διάφορες «πραγματικότητες» και «αλήθειες» σε σχέση με αυτές..
Επεκτείνοντας αυτή την ιδέα της «κατασκευαστικής» σχέσης του ανθρώπου με όσα παρατηρεί μέσα από γνωσιακά σχήματα: οι μορφές ψυχολογικής γνώσης καθίστανται σχετικές ως προς το αν είναι αληθείς ή σωστές. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να δούμε την αλήθεια ως αυτό που συγκροτείται ως δικαιολογημένο και λογικό εντός μιας διανοητικής κοινότητας (βλ. Rorty, 1979). Έτσι, οι μορφές ψυχολογικής γνώσης δεν μπορούν να θεωρηθούν εγγενώς πιο αληθείς ή λογικές από άλλες, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις μιας κοινότητας που αποδέχεται συγκεκριμένες θεωρήσεις του ανθρώπινου ψυχισμού.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Ας πάρουμε για παράδειγμα την έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος.
Από μια γνωστική–συμπεριφορική σκοπιά, το φαινόμενο ενδέχεται να ονομαστεί απώλεια ενίσχυσης και να αποδοθεί σε δυσλειτουργικές σκέψεις ή γνωστικά σχήματα που συντηρούν την αίσθηση αδυναμίας ή ματαιότητας (π.χ. «δεν έχει νόημα να προσπαθώ», «δεν είμαι αρκετά καλός»).
Η ίδια δυσκολία, από μια συστημική οπτική, μπορεί να οριστεί ως μορφή σύνδεσης ή επικοινωνίας στο σύστημα σχέσεων όπου συμμετέχει το άτομο. Η μειωμένη ενεργητικότητα και η απόσυρση μπορεί να λειτουργούν ως σήμα προς τους άλλους. Ενδεχομένως να σηματοδοτεί την ανάγκη για ανάπαυση μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον ή και να αποτελεί μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης.
Η έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος δεν μας επιβάλλει, ούτε μας υποδεικνύει ότι οι «δυσλειτουργικές» σκέψεις και το ανταγωνιστικό περιβάλλον αποτελούν σημαντικότερο κριτήριο για την εξήγηση και τον ορισμό της ως «έλλειψη ενίσχυσης» ή «μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης». Η επιλογή αυτή γίνεται από τους ψυχολόγους, ανάλογα με το κατά πόσο συμφωνούν με το γνωστικο–συμπεριφορικό ή το συστημικό διανοητικό παράδειγμα ιδεών.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ανακεφαλαιώνοντας, υπό μια ρεαλιστική-θετικιστική οπτική, ο ψυχολόγος συχνά νοείται ως ειδικός που αντλεί το κύρος του από την ικανότητά του να ανακαλύπτει αντικειμενικές και καθολικές αλήθειες σε σχέση με το «τι», το «πώς» και το «γιατί» της ανθρώπινης εμπειρίας. Η γνώση και η γλώσσα που χρησιμοποιεί αντιμετωπίζονται ως περιγραφική μιας προϋπάρχουσας πραγματικότητας. Ο ρόλος του είναι ο ρόλος του ειδικού που προσεγγίζει φαινόμενα ως το «μάτι του θεού» που μπορεί να διακρίνει ποια έννοια περιγράφει αντικειμενικότερα συμπεριφορές, στάσεις και γενικά ψυχολογικές καταστάσεις.
Από την άλλη, υπό μια κονστρουξιονιστική οπτική, ο ψυχολόγος αποτελεί «γόνος» ενός διανοητικού καθεστώτος «αλήθειας». Η ψυχολογική γνώση και οι γλωσσικοί ορισμοί που παράγει, δεν νοούνται ως ανακάλυψη αδιαμφισβήτητων αληθειών της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως πρακτική κατασκευής νοήματος που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της πραγματικότητας που περιγράφει.
Βιβλιογραφία
Berger, P. L., & Luckmann, T. (1966). The social construction of reality: A treatise in the sociology of knowledge. Anchor Books.
Bruner, J. (1990). Acts of meaning. Harvard University Press.
Crotty, M. (1998). The foundations of social research: Meaning and perspective in the research process. Sage Publications.
Gergen, K. J. (1985). The social constructionist movement in modern psychology. American Psychologist, 40(3), 266–275. https://doi.org/10.1037/0003-066X.40.3.266
Godfrey-Smith, P. (2021). Theory and reality: An introduction to the philosophy of science (2nd ed.). The University of Chicago Press.
McWilliams, N. (2012). Ψυχαναλυτική διάγνωση: Η κατανόηση της δομής της προσωπικότητας στα πλαίσια της κλινικής διαδικασίας (Α. Καραμπέτσου, Μεταφρ.). Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας.
Psillos, S. (1999). Scientific realism: How science tracks truth. Routledge.
Rorty, R. (1979). Philosophy and the mirror of nature. Princeton University Press.
Saussure, F. de. (1983). Course in general linguistics (C. Bally & A. Sechehaye, Eds.; R. Harris, Trans.). Duckworth. (Original work published 1916)
Δαφέρμος, Μ. (2020). Επιστημολογία της ψυχολογίας: Μια κριτική εισαγωγή. Εκδόσεις Κριτική.
