ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 1: ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ

René Magritte – the human condition, 1933

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 
Πολλές φορές όροι όπως «προσωπικότητα», «σύμπλεγμα», «προβολή» ή «διαταραχή» χρησιμοποιούνται σαν να αναφέρονται σε αυθύπαρκτες οντότητες, ανεξάρτητες από το σύνολο ιδεών και παραδοχών διά του οποίου συγκροτούνται οι ίδιες ως έννοιες. Ωστόσο, οι όροι της ψυχολογίας, όπως και η «αντικειμενικότητά» τους, δεν αποτελούν φυσικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα, που απλώς «έτσι είναι».

Κάθε θεωρία, ερευνητική πρακτική και κλινική παρέμβαση στην ψυχολογία εδράζεται, πολλές φορές άδηλα και αυτονόητα, σε κάποιες επιστημολογικές παραδοχές.

Πολύ γενικά, η επιστημολογία αποτελεί κλάδο της φιλοσοφίας που εξετάζει και θέτει ερωτήματα σε σχέση με το πώς ορίζεται η «αλήθεια» ή η «έγκυρη γνώση» σε κάθε διακριτή θεωρητική και ερευνητική προσέγγιση της επιστήμης.

Η ψυχολογία δεν αποτελεί μια ομοιογενή επιστήμη. Αντιθέτως, περιλαμβάνει πληθώρα διαφορετικών οπτικών, τόσο στο επίπεδο της έρευνας (π.χ. ποσοτική και ποιοτική) όσο και στο επίπεδο της θεωρίας και της ψυχοθεραπείας. 

Διαφορετικές επιστημολογικές παραδοχές διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται τα φαινόμενα, διαβάζονται τα πορίσματα ερευνών και αποκτούν νόημα έννοιες όπως «ψυχολογικό πρόβλημα», «θεραπεία» ή  «απόδειξη» για κάθε προσέγγιση  της επιστήμης της ψυχολογίας.

Μπορούμε γενικά να πούμε ότι η ανθρώπινη επαφή με τα ψυχολογικά φαινόμενα χαρακτηρίζεται τόσο από αισθητηριακές–σωματικές εμπειρίες, όσο και από γλωσσικές και γνωσιολογικές–εννοιολογικές διεργασίες. Από τη μία, βιώνουμε τα πράγματα ως αισθητηριακές και συναισθηματικές ποιότητες. Από την άλλη, τα προσεγγίζουμε μέσω των πληροφοριών και του νοήματος που τους αποδίδουμε, αξιοποιώντας ένα ευρύ φάσμα εννοιολογικών πόρων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις επιστημολογικές προοπτικές στον πυρήνα της Ψυχολογίας βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαφορετικές ιδέες και παραδοχές ως προς τη φύση αυτής της σχέσης: δηλαδή του πώς η βιωμένη εμπειρία του ανθρώπου συσχετίζεται με τις γλωσσικές- εννοιολογικές κατασκευές που την πλαισιώνουν, μέσω της επιστημονικής μελέτης.

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ-ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΘΕΣΗ
Μια σχετική επιστημολογική θέση αποτελεί η ρεαλιστική-θετικιστική άποψη. Σύμφωνα με αυτή, η γνωσιακή και εννοιολογική σχέση του ανθρώπου με όσα βιώνει, παρατηρεί και κάνει, μπορεί να αποτελέσει μια σχέση αντικειμενική. Με την επιστημονική μελέτη της ψυχολογίας, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στην αλήθεια των ψυχολογικών διεργασιών και της συμπεριφοράς. Συμφωνά με αυτή την προοπτική, τα ψυχολογικά φαινόμενα αποτελούν μια επικράτεια αντικειμενικών φαινομένων, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία βρίσκονται «εκεί έξω».

Τα μέσα, όπως ο πειραματισμός και οι νόμοι της λογικής (όπως η επαναληψιμότητα και η διάψευση), αποτελούν τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην ανακάλυψη μιας έγκυρης γνώσης αυτών των αντικειμενικών χαρακτηριστικών.

Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, οι γλωσσικοί ορισμοί και οι έννοιες που παράγονται από αυτού του είδους τη μελέτη μπορούν να αποκτήσουν μια περιγραφική–αντικειμενική σχέση με το φαινόμενο στο οποίο αναφέρονται.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ-ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Για παράδειγμα, μπορούμε να φανταστούμε ένα παιδί που νιώθει θυμό προς έναν αυστηρό γονέα, αλλά δεν μπορεί να τον εκφράσει επειδή φοβάται την αντίδρασή του. Ως αποτέλεσμα, μεταθέτει τον θυμό του στο μικρότερο αδερφό, κινητοποιώντας τους γονείς του να το νουθετούν για τη βίαιη συμπεριφορά του. Υιοθετώντας μια ρεαλιστική- θετικιστική προοπτική,  θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρος «μετάθεση», ως ασυνείδητη μετατόπιση μιας συναισθηματικής αντίδρασης από τον αρχικό της στόχο (ο οποίος θεωρείται απειλητικός) σε έναν άλλο (μη απειλητικό), περιγράφει αντικειμενικά τον μηχανισμό πίσω από την συμπεριφορά του παιδιού.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟΣ
Μια άλλη επιστημολογική οπτική αποτελεί η οπτική του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. Σύμφωνα με αυτή την προοπτική, η επαφή των ανθρώπων με τα ψυχολογικά φαινόμενα μέσω της χρήσης εννοιών, δεν μπορεί να αποτελέσει μια σχέση περιγραφική, παρά μόνο κατασκευαστική. Με τη χρήση της γλώσσας, οι άνθρωποι ανακατασκευάζουν τα ψυχολογικά φαινόμενα, κόβοντας και ράβοντας τα στα μέτρα των εννοιών που χρησιμοποιούν για να τα μελετήσουν.

Η πραγματικότητα των ψυχολογικών φαινομένων, που διαμεσολαβείτε από έννοιες της επιστήμης της ψυχολογίας, είναι μια «πραγματικότητα» επίπλαστη, σμιλευμένη υπό το πρότυπο των γλωσσικών συμβάσεων που χρησιμοποιεί για να την ορίσει – όχι καθαρός αντικατοπτρισμός αυτής.

H παραγωγή ψυχολογικής γνώσης, κατ’ επέκταση, η οποία θεμελιώνεται πάνω σε έννοιες και αναπαραστάσεις, δεν μπορεί να αποκαλύψει μια αλήθεια αντικειμενική και ανεξάρτητη από τα όρια της ανθρώπινης εννοιολογικής παρέμβασης, καθώς αποτελεί η ίδια αποτέλεσμα της ανθρώπινης «τεχνουργίας», θεμελιωμένης πάνω σε γλωσσικές συμβάσεις.

Η «αλήθεια» και η έγκυρη γνώση σε σχέση με τα αντικείμενα μελέτης της ψυχολογίας καθίσταται, υπό αυτή την έννοια, σχετική και όχι αντικειμενική.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Με βάση το παραπάνω παράδειγμα, σύμφωνα με την κονστρουξιονιστική οπτική, δεν είναι ότι το φαινόμενο αποτελεί αντικειμενικά «μετάθεση» και άρα ότι η έννοια «μετάθεση» περιγράφει αντικειμενικά το φαινόμενο. Αντίθετα, είναι η έννοια «μετάθεση» που διαμορφώνει την αντίληψη της συμπεριφοράς του παιδιού ως «μετάθεση», αντιμετωπίζοντας την ως ένα αντικειμενικό διακριτικό φαινόμενο, διαφορετικό ας πούμε, από μια απλή εκδήλωση θυμού.

ΓΙΑΤΙ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ»;  
Σε τι έγκειται  πιο συγκεκριμένα η χρήση της λέξης «κατασκευή» όταν μιλάμε για την σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα μέσα από έννοιες; Ποια είναι ακριβώς τα επιχειρήματα πάνω στα οποία εδράζεται η ιδέα περί σχετικότητας της γνώσης και της αλήθειας;

Το βασικό επιχείρημα της κονστρουξιονιστικής προοπτικής σε σχέση με την κατασκευή της πραγματικότητας είναι θεμελιωμένο πάνω σε μια ιδέα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνουν έννοιες για την νοηματοδότηση των όσων κάνουν, σκέφτονται και βιώνουν, διαμέσου γνωστικών και σχεσιακών διεργασιών.

Συγκεκριμένα, η παραγωγή εννοιών και ο γλωσσικός ορισμός ενός φαινομένου προϋποθέτει μια διεργασία πλαισίωσης (framing).Tην προτεραιοποίηση δηλαδή, κάποιων πληροφοριών (έναντι άλλων) που συσχετίζονται με αυτό και χρησιμοποιούνται ως κριτήρια για τον ορισμό του. Οι πληροφορίες που τροφοδοτούν αυτή τη διαδικασία μπορεί να συλλέγονται από αισθητηριακές, σωματικές και συναισθηματικές εμπειρίες, αλλά και από τη γνωσιακή σχέση με την εμπειρία. Δηλαδή, μέσα από τα ήδη κοινωνικά διαθέσιμα  εννοιολογικά σχήματα κατανόησης και ορισμών του φαινομένου. Ιδέες, συνειρμοί, μνημονικά ίχνη βιωμάτων και συναισθημάτων, καθώς και θεωρίες διάφορων διανοητικών παραδόσεων (όπως της γνωσιακής επιστήμης, της κυβερνητικής, της θρησκείας) μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοιες πληροφορίες.

Από αυτές τις πληροφορίες που έχουμε συλλέξει κάποιες επιλέγονται και άλλες, εξίσου διαθέσιμες, αποκλείονται- δεν επιλέγονται ως κριτήρια για τον ορισμό του. 

Βασική παραδοχή αυτής της προοπτικής, ως προς την κατασκευαστική φύση της σχέσης του ανθρώπου με όσα βιώνει μέσα από έννοιες, είναι η παραδοχή ότι η επιλογή ορισμένων πληροφοριών ως σημαντικότερων κριτηρίων για τη δημιουργία ενός ορισμού δεν συντελείται από τα ίδια τα ψυχολογικά φαινόμενα, αλλά από τους ανθρώπους. Τα βιώματα και οι αισθητηριακές παρατηρήσεις δεν φέρουν κάποιο εγγενές νόημα ή αναπαραστασιακό φορτίο, ούτε μας επιβάλλουν από την φύση τους πιο από αυτά τα κριτήρια είναι πιο σημαντικά για τη μελέτη, τον ορισμό και την εξήγησή τους.

Αντίθετα, μεγαλύτερες ή μικρότερες ομάδες ανθρώπων (επιστημονικές και μη) προτερεοποιούν μέσα από την επικοινωνία ορισμένες πληροφορίες έναντι άλλων, μετατρέποντάς τα σε κριτήρια γλωσσικού ορισμού της ανθρώπινων βιωμάτων και της συμπεριφοράς. Οι ορισμοί αυτοί γίνονται αποδεκτοί συλλογικά και πάνω σε αυτή την συμβατική αποδοχή τα μέλη των ομάδων συντονίζονται  σε συγκεκριμένες μορφές επικοινωνίας, αφηγημάτων, εξηγήσεων και τα τελετουργικών. Ως αποτέλεσμα, όσο αυτές οι πρακτικές κανονικοποιούνται, οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως κριτήριο νοηματοδότησης και ορισμού ενός φαινομένου καθίστανται πιο σημαντικές από άλλες στα πλαίσια αυτών των ομάδων. Έτσι κατασκευάζεται το πεδίο του «λογικού» και του «αληθινού» όσων κοινωνικοποιούνται στο εσωτερικό τους.

Για παράδειγμα ας φανταστούμε μια ομάδα αναλυτών που εκπαιδεύεται μέσα σε μια συγκεκριμένη ψυχαναλυτική προσέγγιση. Στα σεμινάρια, στις εποπτείες και στη μελέτη κειμένων, μαθαίνουν να ακούν και να μιλούν για τα «καταθλιπτικόμορφές» ψυχολογικές καταστάσεις, όχι ως απλώς σύνολο συμπτωμάτων που αφορούν τη διάθεση, όπως χαμηλή ενεργητικότητα, αλλά πρωτερεωποιόντας νοητικά σχήματα και πληροφορίες που τη συνδέουν με ασυνείδητες διεργασίες και αμυντικούς μηχανισμούς. 

Σταδιακά, αυτός ο τρόπος κατανόησης σταθεροποιείται επικοινωνιακά: μέσα από ερμηνείες στη συνεδρία, μέσα από θεωρητικές διατυπώσεις, μέσα από τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στις εποπτείες και στις κλινικές παρουσιάσεις. Η παρατεταμένη και καθηλωτική θλίψη μπορεί να οριστεί και να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα ασυνείδητης ενδοβολής με ένα χαμένο “αντικείμενο” στο οποίο το άτομο είχε επενδύσει ψυχολογικά, ως επιθετικότητα στραμμένη προς το Εγώ κ.λπ.

Οι όροι αυτοί δεν παραμένουν περιγραφικοί, οργανώνουν την ίδια τη θεραπευτική πράξη. Η ψυχαναλύτρια ενδέχεται να διερευνήσει τη σχέση του θεραπευόμενου με την ενοχή, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει ή απωθεί την επιθετικότητα, το ποιο είναι το χαμένο αντικείμενο το οποίο έχει ενδοβάλει. Οι ερωτήσεις που τίθενται, οι συνδέσεις που γίνονται, διαμορφώνονται από αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο.

Παράλληλα, οι ίδιες αυτές διατυπώσεις επαναλαμβάνονται σε συνέδρια, δημοσιεύονται σε άρθρα, διδάσκονται σε νέους εκπαιδευόμενους. Έτσι συγκροτείται ένας κοινός τόπος, μια σύμβαση γύρω από το τι «είναι» οι «καταθλιπτικόμορφές» ψυχολογικές καταστάσεις. Μέσα σε αυτή τη σύμβαση, ορισμένες πληροφορίες αποκτούν κεντρικό ερμηνευτικό βάρος, ενώ άλλες μετατοπίζονται στο περιθώριο. Με τον τρόπο αυτό, το φαινόμενο δεν περιγράφεται απλώς, ορίζεται και σταθεροποιείται μέσα σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς νοήματος . 

ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Επεκτείνοντας αυτή την ιδέα της «κατασκευαστικής» σχέσης του ανθρώπου με όσα παρατηρεί μέσα από έννοιες: Οι μορφές ψυχολογικής γνώσης, η οποία βασίζεται σε τέτοιους ορισμούς, καθίστανται σχετικές ως προς το κατά πόσο αντιμετωπίζονται ως αληθινές, σωστές ή λογικές. Η μια μορφή γνώσης, δεν μπορεί είναι πιο αληθής ή πιο σωστή από την άλλη, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις εντός μιας διανοητικής κοινότητας ή ομάδας ανθρώπων που αποδέχονται συγκεκριμένες θεωρήσεις του ανθρώπινου ψυχισμού.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Ας πάρουμε για παράδειγμα την έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος.

Από μια γνωστική–συμπεριφορική σκοπιά, το φαινόμενο ενδέχεται να ονομαστεί απώλεια ενίσχυσης και να αποδοθεί σε δυσλειτουργικές σκέψεις ή γνωστικά σχήματα που συντηρούν την αίσθηση αδυναμίας ή ματαιότητας (π.χ. “δεν έχει νόημα να προσπαθώ”, “δεν είμαι αρκετά καλός”.)

Η ίδια δυσκολία, από μια συστημική οπτική, μπορεί να οριστεί ως μορφή σύνδεσης ή επικοινωνίας στο σύστημα σχέσεων όπου συμμετέχει το άτομο. Η μειωμένη ενεργητικότητα και απόσυρση μπορεί να λειτουργεί ως σήμα προς τους άλλους. Ενδεχομένως να σηματοδοτεί την ανάγκη για ανάπαυση μέσα σε ένα πάρα πολύ απαιτητικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον ή και να αποτελεί μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης.

Η έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος δεν μας επιβάλλει, ούτε μας υποδεικνύει ότι οι δυσλειτουργικές σκέψεις και το ανταγωνιστικό περιβάλλον αποτελούν σημαντικότερο και αντικειμενικότερο κριτήριο για την εξήγηση και τον ορισμό της ως «έλλειψη ενίσχυσης» ή «μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης», αντίστοιχα. Η επιλογή αυτή γίνεται από τους ψυχολόγους, ανάλογα με το αν και κατά πόσο συμφωνούν με το γνωστικο–συμπεριφορικό ή το συστημικό διανοητικό παράδειγμα ιδεών.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ανακεφαλαιώνοντας, υπό μια ρεαλιστική-θετικιστική οπτική, ο ψυχολόγος συχνά νοείται ως ειδικός που αντλεί το κύρος του από την ικανότητά του να ανακαλύπτει αντικειμενικές και καθολικές αλήθειες για άτομα και κοινωνικές ομάδες. Η γνώση και η γλώσσα που χρησιμοποιεί αντιμετωπίζονται ως περιγραφική μιας προϋπάρχουσας πραγματικότητας. Ο ρόλος του είναι ο ρόλος του ειδικού που προσεγγίζει ως «μάτι του θεού», που μπορεί να διακρίνει ποια έννοια περιγράφει αντικειμενικότερα και σωστά συμπεριφορές, στάσεις και γενικά ψυχολογικές καταστάσεις.

Από την άλλη, υπό μια κονστρουξιονιστική οπτική, ο ψυχολόγος αποτελεί «γόνος» ενός συγκεκριμένου διανοητικού καθεστώτος «αλήθειας». Η ψυχολογική γνώση και οι γλωσσικοί ορισμοί που παράγει, δεν νοείται ως ανακάλυψη αδιαμφισβήτητων αληθειών της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως πρακτική κατασκευής νοήματος που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της πραγματικότητας που περιγράφει.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δαφέρμος, Μ. (2020). Επιστημολογία της ψυχολογίας: Μια κριτική εισαγωγή. Εκδότης Κριτική. ISBN 978-960-586-330-2

Bateson, G. (1972). Steps to an ecology of mind. San Francisco, CA: Chandler Publishing Company.

Burr, V. (2015). An Introduction to Social Constructionism (3rd ed.). Routledge.

Gergen, K. J. (1985). The Social Constructionist Movement in Modern Psychology

Gergen, K. J. (1994). Realities and Relationships: Soundings in Social Construction. Harvard University Press.

Godfrey-Smith, P. (2003). Theory and Reality: An Introduction to the Philosophy of Science (2nd ed.). University of Chicago Press.