ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 1: ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ

René Magritte – the human condition, 1933

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Πολλές φορές όροι όπως «προσωπικότητα», «σύμπλεγμα», «προβολή» ή «διαταραχή» χρησιμοποιούνται σαν να αναφέρονται σε αυθύπαρκτες οντότητες, ανεξάρτητες από το σύνολο ιδεών διά του οποίου συγκροτούνται οι ίδιες ως έννοιες. Ωστόσο, οι όροι της ψυχολογίας, όπως και η «αντικειμενικότητά» τους, δεν αποτελούν φυσικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα που απλώς «έτσι είναι».

Κάθε θεωρία, ερευνητική πρακτική και κλινική παρέμβαση στην ψυχολογία εδράζεται, πολλές φορές άδηλα και αυτονόητα, σε κάποιες επιστημολογικές παραδοχές.

Πολύ γενικά, η επιστημολογία αποτελεί κλάδο της φιλοσοφίας που εξετάζει και θέτει ερωτήματα σε σχέση με το πώς ορίζεται η «αλήθεια» ή η «έγκυρη γνώση» σε κάθε θεωρητική και ερευνητική προσέγγιση της επιστήμης (Δαφέρμος, 2020, p. 21).

Η ψυχολογία δεν αποτελεί μια ομοιογενή επιστήμη. Αντιθέτως, περιλαμβάνει πληθώρα διαφορετικών οπτικών, τόσο στο επίπεδο της έρευνας (π.χ. ποσοτική και ποιοτική) όσο και στο επίπεδο της θεωρίας και της ψυχοθεραπείας.

Διαφορετικές επιστημολογικές παραδοχές διαμορφώνουν διαφορετικούς τρόπους κατανόησης των ψυχολογικών φαινομένων και της επιστημονικής έρευνας. Έννοιες όπως «ψυχολογικό πρόβλημα», «θεραπεία» ή «επιστημονική απόδειξη» αποκτούν διαφορετικό νόημα ανάλογα με την επιστημολογική προοπτική που κανείς υιοθετεί.

ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ
Μπορούμε να πούμε ότι η ανθρώπινη επαφή με τα ψυχολογικά φαινόμενα χαρακτηρίζεται τόσο από αισθητηριακές–σωματικές εμπειρίες, όσο και από γλωσσικές και γνωσιολογικές–εννοιολογικές διεργασίες. Από τη μία, βιώνουμε τα πράγματα ως σωματικές, αισθητηριακές και συναισθηματικές ποιότητες. Από την άλλη, τα προσεγγίζουμε μέσω του νοήματος που τους αποδίδουμε, αξιοποιώντας ένα ευρύ φάσμα εννοιολογικών πόρων.

Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνω να δούμε τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις επιστημολογικές προοπτικές της Ψυχολογίας ως διαφοροποιήσεις διαφορετικών θεωρητικών παραδοχών ως προς τη σχέση μεταξύ της βιωμένης εμπειρίας και των γλωσσικών–εννοιολογικών σχημάτων, μέσω των οποίων αυτή γίνεται κατανοητή και επιστημονικά προσεγγίσιμη.

ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Μια σχετική επιστημολογική θέση αποτελεί η ρεαλιστική-θετικιστική άποψη. Σύμφωνα με αυτή, η γνωσιακή και εννοιολογική σχέση του ανθρώπου με όσα βιώνει, παρατηρεί και κάνει, μπορεί να αποτελέσει μια σχέση αντικειμενική.

Με την επιστημονική μελέτη της ψυχολογίας, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στην αλήθεια των ψυχολογικών διεργασιών και της συμπεριφοράς. Για τη ρεαλιστική-θετικιστική επιστημολογική προοπτική, τα ψυχολογικά φαινόμενα αποτελούν μια επικράτεια αντικειμενικών φαινομένων, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία βρίσκονται «εκεί έξω» (Burr, 2015).

Επίσης, τα μέσα όπως ο πειραματισμός και αρχές όπως αυτές της προβλεψιμότητας και της επαλήθευσης, αποτελούν τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην ανακάλυψη μιας έγκυρης γνώσης αυτών των αντικειμενικών χαρακτηριστικών (Godfrey-Smith, 2003, pp. 7–8). Για αυτή την προσέγγιση, οι έννοιες και τα θεωρητικά σχήματα που επαληθεύονται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας συστηματικού εμπειρικού ελέγχου, μπορούν να αποκτήσουν μια περιγραφική–αντικειμενική σχέση με το φαινόμενο στο οποίο αναφέρονται.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ-ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Ας πάρουμε για παράδειγμα τον όρο της «μετάθεσης» που περιγράφει έναν κλασσικό μηχανισμό άμυνας στην ψυχαναλυτική θεωρία. Ως μετάθεση μπορούμε να ορίσουμε την ασυνείδητη μετατόπιση μιας συναισθηματικής αντίδρασης από τον αρχικό της στόχο, ο οποίος θεωρείται απειλητικός, σε έναν άλλο λιγότερο απειλητικό (McWilliams, 2012, p. 310).

Ας φανταστούμε στη συνέχεια ότι η έκφραση θυμού ενός παιδιού προς μια ισχυρότερη φιγούρα παρεμποδίζεται και το παιδί τότε τείνει να εμφανίζει συστηματικά μετατόπιση της επιθετικότητας του προς πιο ασφαλείς στόχους. Σε περιπτώσεις που, για παράδειγμα, ο γονέας φαίνεται αυστηρός ή απειλητικός, το παιδί μπορεί να αποφεύγει την άμεση έκφραση θυμού προς αυτόν και να εκδηλώνει επιθετική συμπεριφορά προς τον μικρότερο αδελφό του.

Αν παρατηρήσουμε ότι αυτή η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται με τρόπο ώστε, σε ανάλογες συνθήκες η εκδήλωση μετατοπισμένης επιθετικότητας να γίνεται προβλέψιμη με σχετική σταθερότητα, τότε μπορούμε να πούμε ότι η έννοια «μετάθεση» περιγράφει αντικειμενικά τον μηχανισμό πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΧΕΤΙΚΙΣΜΟΣ
Μια άλλη επιστημολογική οπτική αποτελεί η οπτική του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. Σύμφωνα με αυτή την προοπτική, η επαφή των ανθρώπων με τα ψυχολογικά φαινόμενα μέσω της χρήσης γλωσσικών σχημάτων, δεν αποτελεί μια σχέση περιγραφική, αλλά κατασκευαστική. Με τη χρήση της γλώσσας οι άνθρωποι ανακατασκευάζουν τα ψυχολογικά φαινόμενα, κόβοντας και ράβοντάς τα στα μέτρα των ορισμών που χρησιμοποιούν για να τα μελετήσουν.

Για τον κοινωνικό κονστρουξιονισμό, η πραγματικότητα των ψυχολογικών φαινομένων που διαμεσολαβείται από έννοιες της Ψυχολογίας, είναι μια «πραγματικότητα» κατασκευασμένη, σμιλευμένη σε συμφωνία με το πρότυπο των γλωσσικών συμβάσεων που χρησιμοποιεί για να την ορίσει – όχι καθαρός αντικατοπτρισμός αυτής (Gergen, 1985).

Κατ’ επέκταση, η παραγωγή ψυχολογικής γνώσης, η οποία θεμελιώνεται σε γλωσσικά- θεωρητικά σχήματα, δεν μπορεί να αποκαλύψει μια αλήθεια αντικειμενική και ανεξάρτητη από τα όρια της ανθρώπινης εννοιολογικής παρέμβασης, καθώς αποτελεί η ίδια αποτέλεσμα ανθρώπινης «τεχνουργίας».

Η «αλήθεια» και η έγκυρη γνώση σε σχέση με τα αντικείμενα μελέτης της Ψυχολογίας καθίστανται, από αυτή την άποψη, σχετικές και όχι αντικειμενικές.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Με βάση το παραπάνω παράδειγμα, σύμφωνα με την κονστρουξιονιστική οπτική, δεν είναι ότι το φαινόμενο αποτελεί αντικειμενικά «μετάθεση» και άρα ότι η έννοια «μετάθεση» περιγράφει αντικειμενικά το φαινόμενο. Αντίθετα, είναι ότι η έννοια «μετάθεση» διαμορφώνει την αντίληψη της συμπεριφοράς του παιδιού ως «μετάθεση», συλλαμβάνοντάς την ως ένα διακριτικό φαινόμενο, διαφορετικό ας πούμε, από μια απλή εκδήλωση θυμού.

ΓΙΑΤΙ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ»; 
Σε τι έγκειται η χρήση της λέξης «κατασκευή» όταν μιλάμε για τη σχέση του ανθρώπου με τη βιωμένη εμπειρία μέσα από γλωσσικά- εννοιολογικά σχήματα; Ποια είναι ακριβώς τα επιχειρήματα πάνω στα οποία εδράζεται η ιδέα περί σχετικότητας της γνώσης και της αλήθειας;

Ίσως μπορούμε να πούμε ότι ένα από τα επιχειρήματα της κονστρουξιονιστικής προοπτικής σε σχέση με την κατασκευή της πραγματικότητας είναι θεμελιωμένο πάνω σε μια ιδέα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνουν έννοιες για όσα κάνουν, σκέφτονται και βιώνουν.

Σε αυτή τη γραμμή σκέψης, προτείνω να δούμε τη διαδικασία παραγωγής εννοιών ως διαδικασία που αναδεικνύεται μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις της παραγωγής νοήματος.

Συγκεκριμένα, η παραγωγή εννοιών και ο γλωσσικός ορισμός ενός φαινομένου προϋποθέτει μια διεργασία διάκρισης, υπό την έννοια ότι το νόημα συγκροτείται μέσα από σχέσεις διαφοροποίησης μεταξύ στοιχείων της εμπειρίας — μια ιδέα που αντλείται από τη κατανόηση της γλώσσας του Σωσήρ (Saussure, 1983/1916). Από το πλήθος των προσλαμβανόμενων πληροφοριών της εμπειρίας, ορισμένες αναδεικνύονται ως πιο κεντρικές για τον ορισμό ενός φαινομένου, ενώ άλλες, εξίσου διαθέσιμες, αποκλείονται.

Οι πληροφορίες αυτές που τροφοδοτούν αυτή τη διαδικασία, μπορεί να προέρχονται από την εννοιολογική σχέση με την εμπειρία. Δηλαδή, μέσα από ήδη κοινωνικά διαθέσιμα εννοιολογικά σχήματα κατανόησης και ορισμών του φαινομένου (Bruner, 1990, pp. 33–35), καθώς και από αισθητηριακά, σωματικά και συναισθηματικά ίχνη της εμπειρίας.

Ιδέες, συνειρμοί, μνήμες βιωμάτων και συναισθημάτων, καθώς και θεωρίες διαφόρων διανοητικών παραδόσεων (π.χ. της γνωσιακής επιστήμης, της κυβερνητικής, της θρησκείας) μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοιες πληροφορίες.

Αυτή η διεργασία διάκρισης δεν συντελείται απλώς ατομικά. Αντίθετα, ομάδες ανθρώπων (επιστημονικές ή μη), μέσα από τις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις, αναδεικνύουν ορισμένες πληροφορίες και όψεις της εμπειρίας ως πιο σημαντικές για την κατανόηση των (ψυχολογικών) φαινομένων. Έτσι, συγκροτούν κοινά αποδεκτούς τρόπους κατανόησης και ορισμού των ανθρώπινων βιωμάτων.

Οι ορισμοί αυτοί παγιώνονται και μέσω της αποδοχής τους τα μέλη των ομάδων συντονίζονται σε μορφές επικοινωνίας, αφηγημάτων, εξηγήσεων και τελετουργικών. Σε συμφωνία με τη σημασία που αποδίδει ο Jerome Bruner (1990, pp. 39–40) στις πολιτισμικές πρακτικές νοηματοδότησης, όσο αυτές οι πρακτικές κανονικοποιούνται, οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως κριτήριο ορισμού της εμπειρίας αναδεικνύονται ως αυτονόητες στο εσωτερικό αυτών των ομάδων. Παράλληλα, και οι ίδιοι οι γλωσσικοί ορισμοί που συγκροτούνται μέσα από αυτή τη διαδικασία, αντιμετωπίζονται ως λογικοί και αληθείς.

Με τον τρόπο αυτό, έννοιες όπως η «μετάθεση» για παράδειγμα, κατασκευάζονται και αποκτούν ζωή ως διακριτά φαινόμενα του κόσμου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΝΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΟΜΑΔΑΣ
Για παράδειγμα, ας φανταστούμε μια ομάδα αναλυτών που εκπαιδεύεται σε κάποια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Στα σεμινάρια, στις εποπτείες και στη μελέτη κειμένων, μαθαίνουν να ακούν και να μιλούν για «καταθλιπτικόμορφες» ψυχολογικές καταστάσεις, όχι απλώς ως σύνολο συμπτωμάτων που αφορούν τη διάθεση, όπως χαμηλή ενεργητικότητα, αλλά ως αποτέλεσμα ασυνείδητων διεργασιών (όπως αμυντικών μηχανισμών του Εγώ).

Σταδιακά, η κατανόηση αυτή σταθεροποιείται επικοινωνιακά. Ενημερώνει ερμηνείες και θεωρητικές διατυπώσεις. Η παρατεταμένη και καθηλωτική θλίψη μπορεί να ορίζεται και να εξηγείται ως ασυνείδητη ενδοβολή με ένα χαμένο «αντικείμενο» στο οποίο το άτομο είχε επενδύσει ψυχολογικά, ή ας πούμε ως επιθετικότητα στραμμένη προς το Εγώ.

Οι όροι αυτοί δεν παραμένουν περιγραφικοί, αλλά οργανώνουν την ίδια τη θεραπευτική πράξη. Η ψυχαναλύτρια ενδέχεται να διερευνήσει τη σχέση του θεραπευόμενου με την ενοχή, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει ή απωθεί την επιθετικότητα, ποιο είναι το χαμένο αντικείμενο το οποίο έχει ενδοβάλει κ.λπ. Οι ερωτήσεις που τίθενται και οι συνδέσεις που γίνονται διαμορφώνονται από αυτό το ψυχαναλυτικό εννοιολογικό πλαίσιο.

Παράλληλα, οι ίδιες αυτές διατυπώσεις επαναλαμβάνονται σε συνέδρια, δημοσιεύονται σε άρθρα, διδάσκονται σε νέους εκπαιδευόμενους. Έτσι, όσο τα μέλη αυτής της ομάδας αναλυτών χρησιμοποιούν και συντονίζονται με τους ορισμούς αυτής της ψυχοδυναμικής προοπτικής, συγκροτούν έναν κοινό τόπο, μια σύμβαση γύρω από το τι «είναι» οι «καταθλιπτικόμορφες» ψυχολογικές καταστάσεις. Έτσι, το φαινόμενο δεν περιγράφεται απλώς, αλλά ορίζεται και αποκτά ζωή μέσα στο συγκεκριμένο καθεστώς «αλήθειας» της ομάδας.

Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Ανακεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση: βασική παραδοχή της κονστρουξιονιστικής προοπτικής, ως προς την κατασκευαστική φύση της σχέσης μεταξύ των εννοιών και των παρατηρήσεων που καλούνται να προσδιορίσουν, είναι η παραδοχή ότι η διαδικασία διάκρισης αυτών των πληροφοριών για τη δημιουργία ενός ορισμού, δεν καθορίζεται από τα ίδια τα ψυχολογικά φαινόμενα, αλλά από τους ανθρώπους. Τα βιώματα και οι αισθητηριακές παρατηρήσεις δεν φέρουν από μόνα τους καθορισμένο νόημα, ούτε προϋποθέτουν από τη φύση τους ποιες από αυτές τις πληροφορίες είναι σημαντικότερες για τη μελέτη, τον ορισμό και την εξήγησή τους.

Τουναντίον, οι άνθρωποι μέσα στα πλαίσια κοινοτήτων, όπως και επιστημονικών κοινοτήτων, επενδύουν τα φαινόμενα που παρατηρούν με θεωρητικά σχήματα και γλωσσικούς ορισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, τα «φαινόμενα» ανακατασκευάζονται ως εννοιολογικά οργανωμένες οντότητες, των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν εξαντλούνται στις αισθητηριακές τους εκφάνσεις. 

Επεκτείνοντας αυτή την ιδέα της «κατασκευαστικής» σχέσης του ανθρώπου με όσα παρατηρεί μέσα από γνωσιακά σχήματα: οι μορφές ψυχολογικής γνώσης καθίστανται σχετικές ως προς το αν είναι αληθείς ή σωστές. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να δούμε την αλήθεια ως αυτό που συγκροτείται ως δικαιολογημένο και λογικό εντός μιας διανοητικής κοινότητας (Rorty, 1979, pp. 315–333). Έτσι, οι μορφές ψυχολογικής γνώσης δεν μπορούν να θεωρηθούν εγγενώς πιο αληθείς ή  λογικές από άλλες, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις μιας κοινότητας που αποδέχεται συγκεκριμένες θεωρήσεις του ανθρώπινου ψυχισμού.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ «ΕΓΚΥΡΗΣ» ΓΝΩΣΗΣ
Ας πάρουμε για παράδειγμα την έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος.

Από μια γνωστική–συμπεριφορική σκοπιά, το φαινόμενο ενδέχεται να ονομαστεί απώλεια ενίσχυσης και να αποδοθεί σε δυσλειτουργικές σκέψεις ή γνωστικά σχήματα που συντηρούν την αίσθηση αδυναμίας ή ματαιότητας (π.χ. «δεν έχει νόημα να προσπαθώ», «δεν είμαι αρκετά καλός»).

Η ίδια δυσκολία, από μια συστημική οπτική, μπορεί να οριστεί ως μορφή σύνδεσης ή επικοινωνίας στο σύστημα σχέσεων όπου συμμετέχει το άτομο. Η μειωμένη ενεργητικότητα και η απόσυρση μπορεί να λειτουργούν ως σήμα προς τους άλλους. Ενδεχομένως να σηματοδοτεί την ανάγκη για ανάπαυση μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον ή και να αποτελεί μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης.

Η έλλειψη σωματικής ενεργητικότητας και ενδιαφέροντος δεν μας επιβάλλει, ούτε μας υποδεικνύει ότι οι «δυσλειτουργικές» σκέψεις και το ανταγωνιστικό περιβάλλον αποτελούν σημαντικότερο κριτήριο για την εξήγηση και τον ορισμό της ως «έλλειψη ενίσχυσης» ή «μορφή διεκδίκησης μιας ανάπαυσης». Η επιλογή αυτή γίνεται από τους ψυχολόγους, ανάλογα με το κατά πόσο συμφωνούν με το γνωστικο–συμπεριφορικό ή το συστημικό διανοητικό παράδειγμα ιδεών.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ανακεφαλαιώνοντας, υπό μια ρεαλιστική-θετικιστική οπτική, ο ψυχολόγος συχνά νοείται ως ειδικός που αντλεί το κύρος του από την ικανότητά του να ανακαλύπτει αντικειμενικές και καθολικές αλήθειες σε σχέση με το «τι», το «πώς» και το «γιατί» της ανθρώπινης εμπειρίας. Η γνώση και η γλώσσα που χρησιμοποιεί αντιμετωπίζονται ως περιγραφική μιας προϋπάρχουσας πραγματικότητας. Ο ρόλος του είναι ο ρόλος του ειδικού που προσεγγίζει φαινόμενα ως το «μάτι του θεού» που μπορεί να διακρίνει ποια έννοια περιγράφει αντικειμενικότερα συμπεριφορές, στάσεις και γενικά ψυχολογικές καταστάσεις.

Από την άλλη, υπό μια κονστρουξιονιστική οπτική, ο ψυχολόγος αποτελεί «γόνος» ενός διανοητικού καθεστώτος «αλήθειας». Η ψυχολογική γνώση και οι γλωσσικοί ορισμοί που παράγει, δεν νοούνται ως ανακάλυψη αδιαμφισβήτητων αληθειών της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως πρακτική κατασκευής νοήματος που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της πραγματικότητας που περιγράφει.

 

 

 

Βιβλιογραφία

Bruner, J. (1990). Acts of meaning. Harvard University Press.

Burr, V. (2015). Social constructionism. In J. D. Wright (Ed.), International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences (2nd ed., Vol. 22, pp. 222–227). Elsevier. https://doi.org/10.1016/B978-0-08-097086-8.24049-X

Δαφέρμος, Μ. (2020). Επιστημολογία της ψυχολογίας: Μια κριτική εισαγωγή. Εκδόσεις Κριτική.

Gergen, K. J. (1985). The social constructionist movement in modern psychology. American Psychologist, 40(3), 266–275. https://doi.org/10.1037/0003-066X.40.3.266

Godfrey-Smith, P. (2003). Theory and reality: An introduction to the philosophy of science. University of Chicago Press. https://doi.org/10.7208/chicago/9780226300610.001.0001

McWilliams, N. (2012). Ψυχαναλυτική διάγνωση: Η κατανόηση της δομής της προσωπικότητας στα πλαίσια της κλινικής διαδικασίας (Α. Καραμπέτσου, Μεταφρ.). Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας.

Rorty, R. (1979). Philosophy and the mirror of nature. Princeton University Press.

Saussure, F. de. (1983). Course in general linguistics (C. Bally & A. Sechehaye, Eds.; R. Harris, Trans.). Duckworth. (Original work published 1916)