Συστημικη
Ψυχοθεραπεια
Μια θεμελιακή παραδοχή
της συστημικής προσέγγισης
Υπό το πρίσμα της συστημικής προσέγγισης, το ανθρώπινο βίωμα και η συμπεριφορά δεν μπορούν να κατανοηθούν επαρκώς αποκομμένα από τα επικοινωνιακά πλαίσια μέσα στα οποία αναδύονται (Watzlawick et al., 1967). Οι ψυχολογικές καταστάσεις και οι συμπεριφορές δεν αποτελούν απλώς μια έκφραση ατομικών χαρακτηριστικών, αλλά διαμορφώνονται και αποκτούν νόημα ως λειτουργικά μέρη σχεσιακών μοτίβων αλληλεπίδρασης (Tomm, 1987).
Η έννοια
της λειτουργίας
Συγκεκριμένα, κάθε μορφή ερμηνείας και ανταπόκρισης επιτελεί μια λειτουργία στο σχεσιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται. Σε συνάφεια με τη συστημική προσέγγιση του Tomm (1987), μπορούμε να κατανοήσουμε την λειτουργία ως τον τρόπο με τον οποίο μια ψυχολογική διεργασία οργανώνει, εντείνει, διαταράσσει ή σταθεροποιεί μορφές σχέσεων (συγκρούσεις, συμμαχίες, αποστασιοποιήσεις, συνδέσεις κ.ά.) μεταξύ των μελών που μετέχουν σε αυτές τις σχέσεις.
Η λειτουργία, δηλαδή, αφορά τα αποτελέσματα που έχει μια σκέψη, συμπεριφορά ή ψυχολογική κατάσταση στα μέλη, αλλά και στα μοτίβα αλληλεπίδρασης που αναπτύσσουν μεταξύ τους.
Ενας απο τους βασικούς στόχους της συστημικής ψυχοθεραπείας
Ένας από τους βασικούς στόχους της συστημικής ψυχοθεραπείας είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι ερμηνείες και οι αλληλεπιδράσεις γύρω από αυτό που ορίζεται ως προβληματικό διαμορφώνουν συγκεκριμένα μοτίβα επικοινωνίας και λειτουργικών σχέσεων που ανατροφοδοτούνται κυκλικά (Tomm, 1987). Επιπλέον, επιδιώκεται η ανάδειξη της χρησιμότητας αυτών των μοτίβων σε σχέση με τις ανάγκες, τους ρόλους, τις θέσεις και τις δυνατότητες κάθε μέλους, καθώς και του πιθανού τους κόστους.
Ενας απο τους βασικούς στόχους
της συστημικής ψυχοθεραπείας
Ένας από τους βασικούς στόχους της συστημικής ψυχοθεραπείας είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι ερμηνείες και οι αλληλεπιδράσεις γύρω από αυτό που ορίζεται ως προβληματικό διαμορφώνουν συγκεκριμένα μοτίβα επικοινωνίας και λειτουργικών σχέσεων που ανατροφοδοτούνται κυκλικά (Tomm, 1987). Επιπλέον, επιδιώκεται η ανάδειξη της χρησιμότητας αυτών των μοτίβων σε σχέση με τις ανάγκες, τους ρόλους, τις θέσεις και τις δυνατότητες κάθε μέλους, καθώς και του πιθανού τους κόστους.
Παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι σε μια οικογένεια τους τελευταίους τρεις μήνες η σχέση ανάμεσα στους δύο γονείς χαρακτηρίζεται από συναισθηματική απόσταση, αποξένωση και ουδετερότητα. Συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, επιτελώντας σιωπηλά ο καθένας τον ρόλο του στο σπίτι, με περιορισμένη μεταξύ τους επικοινωνία.
Την ίδια περίοδο, το παιδί τους, 15 ετών, αποσύρεται συχνά στο δωμάτιό του, αρνείται να συμμετέχει σε κοινές οικογενειακές δραστηριότητες και σταματά να πηγαίνει στο σχολείο.
Ο πατέρας ερμηνεύει την απόσυρση ως ένδειξη «βαθιού συναισθηματικού προβλήματος» και τον προσεγγίζει επίμονα, προσπαθώντας να τον ενθαρρύνει να μιλήσει. Η μητέρα αντίθετα, υιοθετεί μια πιο αποστασιοποιημένη στάση, θεωρώντας ότι “είναι μια φάση” και ότι η ανησυχία και η επιμονή του πατέρα είναι υπερβολικές.
Με αφορμή αυτές τις διαφορετικές στάσεις, οι γονείς συγκρούονται γύρω από το ζήτημα της απόσυρσης του εφήβου. Όταν η ατμόσφαιρα στο σπίτι γίνεται τεταμένη, ο έφηβος φαίνεται να ενεργοποιείται: αρχίζει να πηγαίνει ξανά στο σχολείο, τρώει κανονικά και μειώνει την απομόνωσή του.
Καθώς η συμπεριφορά του εφήβου βελτιώνεται, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς υποχωρούν και η σχέση τους επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση συναισθηματικής αποσύνδεσης και ουδετερότητας. Τότε ο έφηβος αρχίζει σταδιακά να αποσύρεται και πάλι.
Συστημικές Υποθέσεις: Λειτουργία, Κόστος, Κυκλική Ανατροφοδότηση
Η απομόνωση του εφήβου δεν νοείται ως ένα ατομικό σύμπτωμα, αποκομμένο από τις σχέσεις μέσα στις οποίες εκδηλώνεται, αλλά ως μια συμπεριφορά που επιτελεί λειτουργίες στο οικογενειακό σύστημα. Η στάση του, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως έκφραση κάποιου ενδογενούς χαρακτηριστικού της προσωπικότητάς του, αλλά ως μια μορφή δράσης που αποκτά νόημα από τις λειτουργικές σχέσεις που συνάπτει με τις υπόλοιπες μορφές αλληλεπίδρασης στην οικογένεια.
Η απομόνωση του εφήβου, οι αντιδράσεις των γονέων απέναντί του, καθώς και οι μορφές επικοινωνίας που έχουν αναπτύξει, συνδιαμορφώνουν ένα μοτίβο που ανατροφοδοτείται και αναπαράγεται κυκλικά από τις δράσεις κάθε μέλους του συστήματος.
Προχωρώντας σε μια συστημική υπόθεση και ερμηνεία των διαδράσεων με βάση αυτές τις ιδέες: η επίμονη προσπάθεια του πατέρα να προκαλέσει «βαθιές» συζητήσεις ως απάντηση στην απόσυρση, ίσως ενισχύει έναν ρόλο φροντίδας και ανησυχίας, επικυρώνοντας την ταυτότητά του ως «συναισθηματικού πυρήνα» της οικογένειας. Ωστόσο, εντείνει την ανάγκη του εφήβου να αποτραβηχτεί περισσότερο, καθώς ίσως ερμηνεύει τη στάση του ως υπερπροστατευτική και περιοριστική.
Η στάση της μητέρας, από την άλλη, μπορεί να του επιτρέπει να διατηρεί τη θέση της ως «λογική φωνή» και «ήρεμη δύναμη», που αποφεύγει τη δραματοποίηση και κρατά απόσταση, δείχνοντας έτσι εμπιστοσύνη στον έφηβο. Ωστόσο, εκλαμβάνεται από τον πατέρα ως μήνυμα αδιαφορίας, ο οποίος αισθάνεται ότι επωμίζεται σχεδόν αποκλειστικά τη «διαχείριση» του παιδιού, γεγονός που ενισχύει την ένταση και τις διαφωνίες ανάμεσά τους.
Τέλος, ο έφηβος ίσως επιτείνει την απομόνωση ως απάντηση στην επιμονή του πατέρα για συζήτηση, ως μορφή διεκδίκησης προσωπικής αυτονομίας. Παράλληλα, φαίνεται πως μέσω της απόσυρσής του επιτελεί έναν ρόλο συνδετικού κρίκου, καθώς συγκρατεί τους αποστασιοποιημένους γονείς του συνδεδεμένους μέσα από τη διαφωνία τους, διευκολύνοντας ταυτόχρονα τη δική του κινητοποίηση. Από την άλλη, η κινητοποίησή του στο πλαίσιο αυτού του μοτίβου φαίνεται να συνοδεύεται από τη χαλάρωση και την αποσύνδεση των γονέων, η οποία με τη σειρά της ενισχύει τη στάση απόσυρσης. Ως αποτέλεσμα, το μοτίβο αναπαράγεται κυκλικά.
Προσπάθεια αλλαγής
των μοτίβων
Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να προσπαθήσουμε να διαταράξουμε αυτό το μοτίβο αλληλεπιδράσεων σε περίπτωση που ορίζαμε την απόσυρση του εφήβου ως «πρόβλημα»;
Αρχικά, θα μπορούσαμε να θέσουμε ερωτήματα σε μια προσπάθεια αναπλαισίωσης της απόσυρσης. Για παράδειγμα:
«Θα μπορούσε η στάση του γιου σας να μην εκφράζει απαραίτητα ένα συναισθηματικό πρόβλημα αλλά μια μορφή αναπτυξιακής διεκδίκησης της αυτονομίας του;»
Με τη χρήση μιας τέτοιας αναπλαισίωσης, θα μπορούσε να προταθεί για παράδειγμα, στον πατέρα να προσφέρει λίγο περισσότερο χώρο στον έφηβο, μειώνοντας την ένταση των προσπαθειών για συζήτηση γύρω από το θέμα.
Αν στη συνέχεια επικοινωνηθεί η υπόθεση ότι η απομόνωση του εφήβου αποκτά επιπλέον λειτουργία επειδή, μέσα από την απόσυρσή του συνδέει τους αποσυνδεδεμένους γονείς, τότε, εφόσον αυτή η υπόθεση αρχίσει να φαίνεται εύλογη και στους ίδιους, μπορούμε να μετακινήσουμε την εστίαση στη σχέση του ζευγαριού. Στόχος τότε θα ήταν η διερεύνηση νέων τρόπων συσχέτισης, χωρίς να χρειάζεται η συμπεριφορά του γιου για να τους φέρει κοντά.
«Πώς αλλιώς θα μπορούσατε να συνδεθείτε, χωρίς να χρειάζεστε την απομόνωση του γιου σας;»
«Πότε ήταν η τελευταία φορά που νιώθατε δεμένοι μεταξύ σας; Τι είχε αλλάξει τότε;»
«Τι θα μπορούσε να γίνει σήμερα ώστε να αναβιωθεί κάτι από εκείνη τη συνθήκη που στο παρελθόν σας κρατούσε πιο ενωμένους;»
Σε σχέση με το κόστος της αλλαγής
Ωστόσο, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε πάντοτε υπόψη το δυνητικό κόστος μιας τέτοιας αλλαγής. Κάθε μετατόπιση στη δομή των σχέσεων μπορεί να επιφέρει δυνητικές επιπτώσεις στο σύστημα. Οι επιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποτελούν αντικείμενο υποθέσεων και προσεκτικής σκέψης. Για τον λόγο αυτό, είναι χρήσιμο να έχει προηγηθεί η συλλογή επαρκών πληροφοριών γύρω από τις σχέσεις πριν εισαχθούν στη θεραπευτική συζήτηση παρεμβάσεις που αφορούν αλλαγές ή αναπλαισιώσεις.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να έχει υπάρξει μια διαδικασία αυτοεποπτείας ή προβληματισμού σχετικά με το πώς τα δικά μας σχήματα κατανόησης και οι προκαταλήψεις ενδέχεται να παρεμβαίνουν, ή και να επιβάλλονται έμμεσα στη θεραπευτική διαδικασία.
Τι θα σήμαινε για τη συζυγική σχέση των γονέων να βρουν νέους τρόπους να συνδεθούν ενώ γενικά είναι αποστασιοποιημένοι; Γνωρίζω αν η συναισθηματική αποστασιοποίηση του ζευγαριού αποτελεί πρόβλημα για τους ίδιους; Μήπως απλώς εγώ λαμβάνω ως δεδομένο με βάση τα δικά μου κριτήρια και προκαταλήψεις, ότι μια τέτοια απόσταση είναι προβληματική; Σε περίπτωση που η απόσταση δεν αποτελεί πρόβλημα για τους ίδιους, ποιες θα μπορούσαν να είναι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αλλαγής; Θα ήταν χρήσιμο για τα άτομα να σηκώσουν το βάρος τέτοιων αλλαγών αυτή τη στιγμή;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Tomm, K. (1987). Interventive interviewing: Part II. Reflexive questioning as a means to enable self-healing. Family Process, 26(2), 167–183. https://doi.org/10.1111/j.1545-5300.1987.00167.x
Watzlawick, P., Beavin, J. H., & Jackson, D. D. (1967). Pragmatics of human communication: A study of interactional patterns, pathologies, and paradoxes. Norton.
