Ingmar Bergman – Frame from the movie “Persona”, 1966
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στις δυτικές διανοητικές παραδόσεις, το νόημα της συμπεριφοράς συχνά ερμηνεύεται ως έκφραση μιας εσωτερικής, εγγενούς στο άτομο ουσίας. Ενός εαυτού που νοείται ως μια σταθερή ψυχική δομή. Ο εαυτός αυτός θεωρείται ότι αποτελείται από εσωτερικά εγγεγραμμένα χαρακτηριστικά με προκαθορισμένο νόημα, τα οποία εκδηλώνονται και «αποκαλύπτονται» στη συμπεριφορά, το συναίσθημα και τη γενικότερη ψυχολογική κατάσταση του ατόμου (Gergen, 2011; Burr, 2015).
Εντός αυτής της σύλληψης του εαυτού, οι κατηγοριοποιήσεις της συμπεριφοράς μέσα από έννοιες, όπως «καταθλιπτικός», «φοβική», ή «αντικοινωνικός», τείνουν να λειτουργούν περιγραφικά, αλλά και οντολογικά: Οι κατηγοριοποιήσεις αυτές αντιμετωπίζονται ως δείκτες ενός αντικειμενικού, σταθερού «είναι» στο άτομο, αποδίδοντας στις συμπεριφορές και στα βιώματα που αντιστοιχίζονται με αυτή την ταυτότητα, μια σταθερή σημασία (Rose, 1999). Κατ’ αποτέλεσμα, το νόημα των ψυχολογικών διεργασιών, δηλαδή, των συμπεριφορών, των σκέψεων και των βιωμάτων των ανθρώπων, αποσυνδέεται από τα σχεσιακά συμφραζόμενα, καθώς και από τις διαδικασίες νοηματοδότησης μέσω των οποίων αποκτούν το νόημά τους.
Ο «ΕΑΥΤΟΣ» ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟ
Ο εαυτός, υπό το πρίσμα της κονστρουξιονιστικής προοπτικής, δεν εδρεύει εντός ενός ατομικού ψυχικού πυρήνα, ούτε υπάρχει έξω από τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τις οποίες αποκτά την «υπόστασή» του (Gergen, 2011). Ο τρόπος που συσχετιζόμαστε με τους άλλους, αλλά και όσα παρατηρούμε και βιώνουμε, δεν διαθέτουν από μόνα τους κάποιο εγγενές νόημα έξω από γλωσσικές–κοινωνικές συμβάσεις.
Οι γλωσσικές κατηγορίες, ως συμβατικό κοινωνικό μόρφωμα και εργαλείο, δεν έχουν κάποια φυσική σχέση με τα βιώματα, τις συμπεριφορές και τις σκέψεις μας ως νευροφυσιολογικές και σωματικές–κινητικές επιτελέσεις.
Για παράδειγμα, ο όρος «εσωστρεφής» δεν παραπέμπει σε μια εσωτερική, σταθερή ιδιότητα του προσώπου, αλλά συγκροτείται ως μια γλωσσική κατηγορία μέσω της οποίας αποδίδουμε νόημα σε μοτίβα σωματικής παρουσίας, συναισθηματικής ρύθμισης και σχεσιακής τοποθέτησης μέσα σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Σε συνθήκες κοινωνικής έκθεσης, μπορεί να παρατηρείται συχνά μειωμένη λεκτική συμμετοχή, αποφυγή βλεμματικής επαφής, αυξημένη εσωτερική διέγερση, σκέψεις απόσυρσης, ανάγκη για παύσεις ή απομάκρυνση από έντονα ερεθίσματα. Η συχνότητα αυτών των σωματικών, αισθητηριακών-γνωστικών και συγκινησιακών διεργασιών, δεν αντιστοιχεί με τρόπο φυσικό σε κάποιο σταθερό χαρακτηριστικό εσωστρέφειας. Αυτές οι διεργασίες ερμηνεύονται ως ένδειξη εσωστρέφειας, μέσα από γλωσσικές συμβάσεις και πολιτισμικά- κανονιστικά πλαίσια.
Αντλώντας από την προσέγγιση των Bronwyn Davies και Rom Harré (1990), ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο εαυτός δεν αποτελεί κάτι που «είναι», αλλά κάτι που «γίνεται» σε συγκεκριμένες περιστάσεις χρήσης νοήματος. Αυτή η επιτέλεση του εαυτού πραγματώνεται κάθε φορά που αντιστοιχούμε μια ψυχολογική διεργασία με κάποιους γλωσσικούς ορισμούς και σημασίες. Αποτελεί, δηλαδή, περισσότερο μια διαδικασία ερμηνείας μέσα από τη χρήση μαθημένων κριτηρίων νοηματοδότησης, παρά κάτι που απλώς και πάντα «είμαστε».
Κάθε άνθρωπος, υπό αυτή την έννοια, μπορεί να γίνει «δυνατός» ή «αδύναμος», «φοβισμένη» ή «θαρραλέα», «νωθρός» ή «δραστήριος», «δίκαιη» ή «άδικη», όχι πάντα, αλλά σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κάθε φορά που συμπεριφέρεται, σκέφτεται και αισθάνεται, υιοθετώντας παράλληλα ορισμένες προοπτικές και κριτήρια νοηματοδότησης της στάσης του.
Τα κριτήρια αυτά, ωστόσο, όπως έχει αναδειχθεί στη σχετική βιβλιογραφία (Foucault, 1980; Rose, 1999), δεν λειτουργούν μόνο περιγραφικά αλλά λειτουργούν και κανονιστικά. Υποδεικνύουν πώς «πρέπει» κανείς να σκέφτεται, να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται, προκειμένου να μπορεί να διεκδικήσει την εκδοχή της ταυτότητας που αυτά καθιστούν διαθέσιμη.
ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ
Τα κριτήρια νοηματοδότησης δεν τα δημιουργεί το άτομο για το ίδιο. Αυτά ανήκουν στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο κοινωνικοποιείται, εγκιβωτισμένα στο σύστημα της γλώσσας και στα αφηγήματα των Άλλων.
Η κοινότητά μας καθιστά διαθέσιμη μια πολιτισμική κληρονομιά κοινωνικά αποκρυσταλλωμένων εννοιών και κριτηρίων κατηγοριοποίησης της ψυχολογικής μας εμπειρίας. Οι νόρμες και οι αξίες μιας κοινωνίας, καθώς και οι διάφορες θεωρίες των λαϊκών και διανοητικών παραδόσεων που διαδίδονται και μορφοποιούνται μέσω του λόγου, παρέχουν πλαίσια αντιστοίχισης των συμπεριφορών, των σκέψεων και των βιωμάτων μας με μια γλωσσική ταμπέλα και τη σημασία της (Bruner, 1990).
Για παράδειγμα, η θρησκεία, οι διάφορες ιδεολογίες, οι επιστήμες, οι λαϊκές ρήσεις, οι διαδεδομένες ιδέες της κοινής λογικής και τα στερεότυπα, ορίζουν διαφορετικά τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Το τι σημαίνει και το πώς πρέπει κανείς να δρα προκειμένου να είναι «αδύναμος», «σωστός» ή «δίκαιος», ορίζεται διαφορετικά σε κάθε διανοητικό πλαίσιο.
ΕΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΛΛΟΙ
Επιπλέον, η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι και οι σχέσεις μας κληροδοτούν κάποια από αυτά τα κριτήρια μέσα από τα αφηγήματά τους και τη δική τους «φωνή». Αυτοί οι Άλλοι δίνουν ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα στις κοινά διαδεδομένες σημασιοδοτήσεις, αντλώντας από τις δικές τους εμπειρίες και σχήματα κατανόησης (Hermans, 2001).
Για παράδειγμα, με κριτήριο την πυγμή που απαιτείται για να αντισταθεί κανείς στα «πάθη», η αυτοσυγκράτηση απέναντι στο ξόδεμα χρημάτων, από την οπτική της γιαγιάς ενός ατόμου, μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένδειξη δύναμης. Η ίδια μεγάλωσε σε ένα φτωχικό σπίτι, σε ένα χωριό με νηστείες, στερήσεις και μια θρησκευτική ατμόσφαιρα που ταύτιζε την εγκράτεια με την ηθική αξία. Για εκείνη, κάθε στιγμή αυτοσυγκράτησης ήταν σαν μια μικρή, καθημερινή νίκη απέναντι στην έλλειψη που τη συνόδεψε στη ζωή της.
«…δεν είχαμε τίποτα, έπρεπε να κρατάμε απόσταση από τις ανάγκες μας για να μη μας ρίξουν κάτω. Αυτό είναι δύναμη».
Αντίθετα, με κριτήριο ότι η αυτοσυγκράτηση σημαίνει να πιέζεις μια ζωντανή ανάγκη, για τον ξάδερφό του ίδιου ατόμου, μπορεί να αποτελεί μια στάση κάπως μίζερη. Μετά το σοβαρό ατύχημα που είχε, άρχισε να υιοθετεί μια πιο «ηδονιστική» φιλοσοφία ζωής.
«…μια μέρα ξυπνάς και καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν σου χρωστάει δεύτερη ευκαιρία. Μην κάνεις εκπτώσεις στον εαυτό σου».
Για εκείνον, η αυτοσυγκράτηση έμοιαζε σχεδόν με άρνηση της ίδιας της ζωής που μπορεί να τελειώσει απρόβλεπτα και απότομα.
Αυτές οι προοπτικές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διαφορετικές ιδέες και αξιολογικούς κώδικες, συναρθρώνονται, εσωτερικεύονται και αποθηκεύονται στη μνήμη. Έτσι μαθαίνουμε να αντικατοπτρίζουμε τον «εαυτό» μας μέσω μιας πολλαπλότητας ερμηνευτικών «φακών» και προοπτικών των Άλλων.
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ακολουθώντας τη διαλογική προσέγγιση του Hubert Hermans (2001), ενώ ερχόμαστε σε επαφή με διάφορες προοπτικές, κάποιες από αυτές τείνουν να κυριαρχούν στη ζωή μας αποκτώντας έναν πιο κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητάς μας, λειτουργώντας έτσι ως «κυρίαρχες φωνές».
Οι άνθρωποι οργανώνουν μεγάλο μέρος της ζωής τους γύρω από κάποιες κατηγοριοποιήσεις της συμπεριφοράς και της εμπειρίας τους. Ακολουθούν συστηματικά πρακτικές με τη μορφή τελετουργικών, αλληλεπιδράσεων και εξηγήσεων, που θεμελιώνονται πάνω σε αυτές τις κατηγοριοποιήσεις και μέσω των οποίων μαθαίνουν να ρυθμίζουν και να κατανοούν την εμπειρία τους (Rose, 1999).
Καθώς αυτή η οργάνωση εγκαθιδρύεται και κανονικοποιείται στη σχέση μας με τους άλλους και τον “εαυτό” μας, η σύνδεση ορισμένων γλωσσικών κατηγοριών με την εμπειρία αποκτά σταδιακά το στάτους μιας αυτονόητης αλήθειας. Ως αποτέλεσμα, παύει να αναγνωρίζεται ο συμβατικός τους χαρακτήρας ως αφηρημένων εννοιολογικών σχημάτων και αντιμετωπίζονται ως αντικειμενικό δεδομένο (Rose, 1999). Δημιουργείται έτσι η ιδέα σταθερών ψυχικών χαρακτηριστικών που λειτουργούν αποπλαισιωμένα και ανεξάρτητα από το «πού», το «πότε», το «με ποιον» και το «σε σχέση με τι» της κάθε περίστασης, επισκιάζοντας τις εξαιρέσεις από το αναμενόμενο.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Για παράδειγμα, η νοηματοδότηση της διστακτικότητας ή της απροθυμίας σε κοινωνικές περιστάσεις μπορεί να πάρει πολλές μορφές: «ντροπή», «αδιαφορία», «αντικοινωνικότητα». Ας υποθέσουμε ότι μια οικογένεια ερμηνεύει τη δυσκολία του παιδιού τους να εμπλέκεται σε κοινωνικές καταστάσεις ως «ντροπή».
Γύρω από αυτή την ταμπέλα αρχίζουν σταδιακά να οργανώνονται μικρές καθημερινές πρακτικές και τελετουργικά. Οι γονείς μιλούν συχνά εκ μέρους του παιδιού «για να μην δυσκολευτεί», προσπαθούν να το εντάξουν με το ζόρι σε παρέες «για να ανοιχτεί», συμβουλεύουν δασκάλους και συγγενείς να του απευθύνονται με προσοχή επειδή «είναι ντροπαλό». Στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον η ίδια ιδέα αναπαράγεται. Οι παππούδες το περιγράφουν ως «ντροπαλό» κάθε φορά που δεν είναι ομιλητικό.
Με τον καιρό, το παιδί αρχίζει να υιοθετεί αυτή την ετικέτα ως εξήγηση των επιλογών του. Η ταμπέλα αποκτά σταδιακά μια φαινομενική ουσία, σαν να αποτελεί αντικειμενικό γνώρισμα του εαυτού του.
Παράλληλα, οι στιγμές που το ίδιο μιλά, όταν δηλαδή συναναστρέφεται με τον ξάδερφο με τον οποίο αισθάνεται ότι μοιράζεται περισσότερα ενδιαφέροντα, η διαφορά στη συμπεριφορά του δεν γίνεται διακριτή ως ένδειξη ότι η ντροπή εμφανίζεται σε περιστάσεις όπου το παιδί αισθάνεται έλλειψη ενδιαφέροντος. Αντίθετα, μπορεί να εκλαμβάνεται απλώς ως μια εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον ντροπαλό του χαρακτήρα.
Έτσι, η ετικέτα παγιώνεται, χάνει τον συμβατικό της χαρακτήρα και αποκτά τη δύναμη να ορίζει τι «είναι» το παιδί, ανεξάρτητα από το πώς συμπεριφέρεται σε συγκεκριμένες περιστάσεις.
Ως πλέον αυτονόητη «αλήθεια», η χρήση της αυτοματοποιείται σε βαθμό που αποκτά τον χαρακτήρα του αναπότρεπτου. Το βάρος αυτών των κατηγοριοποιήσεων, όπως και το «αληθινό» τους στάτους, αυξάνει όσο η δυνατότητα σύνδεσης με εναλλακτικές επιλογές κατηγοριοποίησης του εαυτού και των πρακτικών που τις καθιστούν αυτονόητες, μειώνεται.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γλωσσικές κατηγορίες που έχουν αποκτήσει το στάτους της αλήθειας μπορεί να παγιδεύσουν το άτομο σε μια διαζευκτική αντίληψη της ύπαρξής του, δίνοντάς του μόνο δύο επιλογές: να «είναι» ή να μην «είναι» κάτι. Αυτή η λογική προδιαθέτει το άτομο να βλέπει τον εαυτό του με όρους απόλυτους και ουσιοποιητικούς. Η «δύναμη» ή η «ευαλωτότητα», για παράδειγμα, αντιμετωπίζονται ως χαρακτηριστικά που είτε ένα άτομο διαθέτει είτε όχι.
ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ
Οι παραπάνω θέσεις συνδέονται άμεσα με το πλαίσιο της συστημικής θεραπείας.
Η συστημική θεραπεία, συλλαμβάνοντας τον εαυτό ως διαδικασία και όχι ως ουσία, επιχειρεί να διαρρήξει αυτή την παγίδευση, εστιάζοντας στους πλαισιακούς και γλωσσικούς όρους της γένεσης και διατήρησής της. Σκοπός είναι να αναδειχθεί μια πιο δυναμική ταυτότητα που επιτρέπει στο άτομο να συνδέεται με μια πολλαπλότητα εαυτών, αποδεσμεύοντάς το από τον κλοιό των ουσιοποιητικών κατηγοριοποιήσεων. Έτσι, μετακινεί το ερώτημα από το «ποιος είσαι;» στο «ποιος γίνεσαι;», «πότε γίνεσαι;» και με «ποια κριτήρια γίνεσαι;»
Για παράδειγμα, διερευνάται: πότε και με ποιους το άτομο είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσει αυτά τα κριτήρια για να ορίσει τον «εαυτό» του ως, π.χ., «άχρηστο»; Όταν συμβαίνει αυτό, τι ακριβώς συμβαίνει; Ποια κριτήρια χρησιμοποιεί το άτομο για να κατηγοριοποιεί τη στάση του ως στάση «άχρηστου»; Πότε και σε σχέση με τι είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσει διαφορετικά κριτήρια νοηματοδότησης της συμπεριφοράς του; Τι είναι αυτό που κάνει διαφορετικά; Τι αλλάζει τότε; Πότε και με ποιους συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν επιβεβαιώνει για το ίδιο την ταμπέλα του «άχρηστου»; Τι το βοηθάει σε αυτό;
Έτσι, επιχειρείται η κινητοποίηση της αναστοχαστικής ικανότητας του ατόμου και η σύνδεσή του με προοπτικές που θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφορετικές μορφές νοηματοδότησης του «εαυτού», οι οποίες μηχανικά αποσιωπώνται.
Βιβλιογραφία
Burr, V. (2015). Social constructionism (3rd ed.). Routledge.
Bruner, J. (1990). Acts of meaning. Harvard University Press.
Davies, B., & Harré, R. (1990). Positioning: The discursive production of selves. Journal for the Theory of Social Behaviour, 20(1), 43–63. https://doi.org/10.1111/j.1468-5914.1990.tb00174.x
Foucault, M. (1980). Power/knowledge: Selected interviews and other writings, 1972–1977 (C. Gordon, Ed.; C. Gordon, L. Marshall, J. Mepham, & K. Soper, Trans.). Pantheon Books.
Gergen, K. J. (2011). The saturated self: Dilemmas of identity in contemporary life (Updated ed.). Basic Books.
Hermans, H. J. M. (2001). The dialogical self: Toward a theory of personal and cultural positioning. Culture & Psychology, 7(3), 243–281. https://doi.org/10.1177/1354067X0173001
Rose, N. (1999). Governing the soul: The shaping of the private self (2nd ed.). Free Association Book
