O ΕΥΑΤΟΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στις δυτικές διανοητικές παραδόσεις, το νόημα της συμπεριφοράς συχνά ερμηνεύεται ως έκφραση μιας εσωτερικής, εγγενούς στο άτομο ουσίας. Ενός εαυτού που νοείται ως σχετικά σταθερή ψυχική δομή. Ο εαυτός αυτός θεωρείται ότι αποτελείται από εσωτερικά εγγεγραμμένα χαρακτηριστικά με προκαθορισμένο νόημα, τα οποία εκδηλώνονται και «αποκαλύπτονται» στη συμπεριφορά, το συναίσθημα και τη γενικότερη ψυχολογική κατάσταση του ατόμου.

Εντός αυτής της σύλληψης του εαυτού, οι κατηγοριοποιήσεις της συμπεριφοράς μέσα από έννοιες όπως «καταθλιπτικός», «φοβική», «αντικοινωνικός» τείνουν να λειτουργούν περιγραφικά, αλλά και οντολογικά. Οι γλωσσικές αυτές κατηγορίες αντιμετωπίζονται ως δείκτες ενός αντικειμενικού- σταθερού «είναι» στο άτομο, αποδίδοντας στις συμπεριφορές και στα βιώματα που απορρέουν από αυτή την ταυτότητα, μια σταθερή σημασία. Κατ’ αποτέλεσμα, το νόημα της ψυχολογικής στάσης, δηλαδή,  των συμπεριφορών, των σκέψεων και των βιωμάτων των ανθρώπων, αποσυνδέεται από τα σχεσιακά συμφραζόμενα, καθώς και από τις διαδικασίες νοηματοδότησης, μέσω των οποίων αυτή αποκτά το νόημα της. 

Ο «ΕΑΥΤΟΣ» ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟ 
Ο εαυτός, υπό το πρίσμα της κονστρουξιονιστικής προοπτικής, δεν εδρεύει εντός ενός ατομικού ψυχικού πυρήνα, ούτε υπάρχει έξω από τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τις οποίες αποκτά την υπόστασή του. Οι στάσεις μας απέναντι στους άλλους, αλλά και σε όσα παρατηρούμε και βιώνουμε, δεν διαθέτουν από μόνες τους κάποιο εγγενές νόημα έξω από γλωσσικές–κοινωνικές συμβάσεις. Οι γλωσσικές κατηγορίες ως συμβατικό κοινωνικό μόρφωμα και εργαλείο, δεν έχουν κάποια φυσική σχέση με τα βιώματα, τις συμπεριφορές και τις σκέψεις μας ως νευροφυσιολογικές και σωματικές–κινητικές διεργασίες.

Για παράδειγμα, ο όρος «εσωστρεφής» δεν παραπέμπει σε μια εσωτερική, σταθερή ιδιότητα του προσώπου, αλλά συγκροτείται ως μια γλωσσική κατηγορία μέσω της οποίας αποδίδουμε νόημα σε συγκεκριμένα μοτίβα σωματικής παρουσίας, συναισθηματικής ρύθμισης και σχεσιακής τοποθέτησης μέσα σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Σε συνθήκες κοινωνικής έκθεσης, μπορεί να παρατηρείται συχνά μειωμένη λεκτική συμμετοχή, αποφυγή βλεμματικής επαφής, αυξημένη εσωτερική διέγερση, σκέψεις απόσυρσης, ανάγκη για παύσεις ή απομάκρυνση από έντονα ερεθίσματα. Η συχνότητα αυτών των σωματικών, αισθητηριακών-γνωστικών και συγκινησιακών διεργασιών, δεν αντιστοιχούν με τρόπο φυσικό σε κάποιο σταθερό χαρακτηριστικό εσωστρέφειας. Ερμηνεύονται εκ των υστέρων ως ένδειξη εσωστρέφειας, μέσα από γλωσσικά και πολιτισμικά πλαίσια.

Ο εαυτός δεν αποτελεί κάτι που «είναι», αλλά κάτι που «γίνεται» σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αυτή η επιτέλεση του εαυτού πραγματώνεται κάθε φορά που κινητοποιούμε μια ψυχολογική στάση και παράλληλα  αντιστοιχούμε τη στάση αυτή με κάποιους ορισμούς και σημασίες. Αποτελεί δηλαδή, περισσότερο μια διαδικασία ερμηνείας μέσα από τη χρήση μαθημένων κριτηρίων νοηματοδότησης, παρά κάτι που απλώς και πάντα «είμαστε».

Τα κριτήρια αυτά, ωστόσο, δεν λειτουργούν μόνο περιγραφικά αλλά και κανονιστικά. Υποδεικνύουν πώς «πρέπει» κανείς να σκέφτεται, να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται, προκειμένου να μπορεί να αξιώσει τη συγκεκριμένη εκδοχή ταυτότητας που αυτά καθιστούν διαθέσιμη. Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «δυνατός» ή «αδύναμος», «φοβισμένη» ή «θαρραλέα», «νωθρός» ή «δραστήριος», «δίκαιη» ή «άδικη», όχι πάντα, αλλά σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κάθε φορά που συμπεριφέρεται, σκέφτεται και αισθάνεται, υιοθετώντας παράλληλα συγκεκριμένες προοπτικές και κριτήρια ερμηνείας της στάσης του. 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ
Τα κριτήρια αυτά δεν τα δημιουργεί το άτομο για το ίδιο. Ανήκουν στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο κοινωνικοποιείται, εγκιβωτισμένα στο σύστημα της γλώσσας και στα αφηγήματα των Άλλων.

Η κοινότητά μας καθιστά διαθέσιμη μια πολιτισμική κληρονομιά κοινωνικά αποκρυσταλλωμένων εννοιών και κριτηρίων κατηγοριοποίησης της ψυχολογικής μας στάσης. Οι νόρμες και οι αξίες μιας κοινωνίας, οι διάφορες θεωρίες των λαϊκών και διανοητικών παραδόσεων που διαδίδονται και μορφοποιούνται μέσω του λόγου, παρέχουν πλαίσια αντιστοίχισης της ψυχολογικής στάσης με μια γλωσσική ταμπέλα και τη σημασία της.

Για παράδειγμα, η θρησκεία, οι διάφορες ιδεολογίες, οι επιστήμες, οι λαϊκές ρήσεις, οι διαδεδομένες ιδέες της κοινής λογικής και τα στερεότυπα ορίζουν διαφορετικά συμπεριφορές και στάσεις των ανθρώπων. Το τι σημαίνει και το πώς πρέπει κανείς να δρα προκειμένου να είναι «αδύναμος», «σωστός» ή «δίκαιος» ορίζεται διαφορετικά από κάθε προοπτική.

«ΕΑΥΤΟΣ» ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΛΛΟΙ 
Η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι και οι σχέσεις μας κληροδοτούν κάποια από αυτά τα κριτήρια, δίνοντας παράλληλα ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα στις κοινά διαδεδομένες σημασιοδοτήσεις από τις δικές τους εμπειρίες και σχήματα κατανόησης. 

Για παράδειγμα, με κριτήριο την πυγμή που απαιτείται για να αντισταθεί κανείς στα «πάθη», η στάση της αυτοσυγκράτησης απέναντι στο ξόδεμα χρημάτων, από την οπτική της γιαγιάς ενός ατόμου , μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένδειξη δύναμης. Η ίδια μεγάλωσε σε ένα φτωχικό σπίτι, σε ένα χωριό με νηστείες, στερήσεις και μια θρησκευτική ατμόσφαιρα που ταύτιζε την εγκράτεια με την ηθική αξία. Για εκείνη, κάθε στιγμή αυτοσυγκράτησης ήταν σαν μια μικρή, καθημερινή νίκη απέναντι στην έλλειψη που τη συνόδεψε στη ζωή της.

“…δεν είχαμε τίποτα, έπρεπε να κρατάμε απόσταση από τις ανάγκες μας για να μη μας ρίξουν κάτω. Αυτό είναι δύναμη”.

Αντίθετα, με κριτήριο ότι η αυτοσυγκράτηση σημαίνει να πιέζεις μια ζωντανή ανάγκη, για τον ξάδερφό του ίδιου ατόμου, μπορεί να αποτελεί μια στάση κάπως μίζερη. Μετά το σοβαρό ατύχημα που είχε, άρχισε να υιοθετεί μια πιο «ηδονιστική» στάση απέναντι στην ζωή.

«…μια μέρα ξυπνάς και καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν σου χρωστάει δεύτερη ευκαιρία. Μην κάνεις εκπτώσεις στον εαυτό σου».

Για εκείνον, η αυτοσυγκράτηση έμοιαζε σχεδόν με άρνηση της ίδιας της ζωής, που μπορεί να τελειώσει απρόβλεπτα και απότομα.

Αυτές οι προοπτικές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διαφορετικές ιδέες και αξιολογικούς κώδικες, συναρθρώνονται και αποθηκεύονται στη μνήμη. Έτσι μαθαίνουμε να αντικατοπτρίζουμε τον εαυτό μας, τις στάσεις μας μέσω μιας πολλαπλότητας ερμηνευτικών «φακών» και προοπτικών των Άλλων.

 «ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ 
Ενώ ερχόμαστε σε επαφή με διάφορες προοπτικές, κάποιες από αυτές τείνουν να κυριαρχούν έναντι άλλων στη ζωής μας, αποκτώντας έναν προεξάρχοντα ρόλο στην συγκρότηση της ταυτότητάς μας. Οι άνθρωποι οργανώνουν μεγάλο μέρος της ζωής τους γύρω από κάποιες ταμπέλες. Ακολουθούν συστηματικά πρακτικές, με τη μορφή τελετουργικών, αλληλεπιδράσεων και εξηγήσεων, που θεμελιώνονται πάνω στην παραδοχή ότι οι άλλοι και οι ίδιοι έχουν ενθυλακωμένα στον ψυχισμό τους κάποια Χ χαρακτηριστικά.

Καθώς αυτή η οργάνωση εγκαθιδρύεται στη σχέση μας με τους άλλους και εμάς , η σύνδεση μιας γλωσσικής ταμπέλας και της σημασίας της με την ψυχολογική μας στάση αποκτά το στάτους μιας αναλλοίωτης αλήθειας. Ως αποτέλεσμα, χάνει τον συμβατικό της χαρακτήρα ως αφηρημένη εννοιολογική κατασκευή και αντιμετωπίζεται ως απτό- αντικειμενικό «πράγμα» (εξ’ ου και «πραγμοποίηση»). Δημιουργείται έτσι η ιδέα ενός «ψυχικού πυρήνα» που λειτουργεί αποπλαισιωμένα, ανεξάρτητα από το «πού», το «πότε», το «με ποιον» και το «σε σχέση με τι» της κάθε περίστασης, επισκιάζοντας τις εξαιρέσεις από το αναμενόμενο.

Για παράδειγμα, σε μια κοινότητα, η νοηματοδότηση μιας στάσης διστακτικότητας ή απροθυμίας σε κοινωνικές περιστάσεις μπορεί να πάρει πολλές μορφές: «ντροπή», «αδιαφορία», «αντικοινωνικότητα». Ας υποθέσουμε ότι μια οικογένεια ερμηνεύει τη δυσκολία του παιδιού τους να εμπλέκεται σε κοινωνικές καταστάσεις ως «ντροπή».

Γύρω από αυτή την ταμπέλα αρχίζουν σταδιακά να οργανώνονται μικρές καθημερινές πρακτικές και τελετουργικά. Οι γονείς μιλούν συχνά εκ μέρους του παιδιού “για να μην δυσκολευτεί”, προσπαθούν να το εντάξουν με το ζόρι σε παρέες “για να ανοιχτεί”, συμβουλεύουν δασκάλους και συγγενείς να του απευθύνονται με προσοχή επειδή “είναι ντροπαλό”. Στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, η ίδια ιδέα αναπαράγεται. Οι παππούδες το περιγράφουν ως «ντροπαλό» κάθε φορά που δεν είναι ομιλητικό.

Με τον καιρό, το παιδί αρχίζει να υιοθετεί αυτή την ετικέτα ως εξήγηση των επιλογών του. Η ταμπέλα αποκτά σταδιακά μια φαινομενική ουσία, σαν να αποτελεί αντικειμενικό γνώρισμα του εαυτού του.

Παράλληλα, οι στιγμές που το ίδιο μιλά, όταν δηλαδή συναναστρέφεται με τον ξάδερφο με τον οποίο αισθάνεται ότι μοιράζεται περισσότερα ενδιαφέροντα, η διαφορά στη συμπεριφορά του δεν γίνεται διακριτή ως ένδειξη ότι η ντροπή εμφανίζεται σε περιστάσεις όπου το παιδί αισθάνεται έλλειψη ενδιαφέροντος. Αντίθετα, μπορεί να συλλαμβάνεται απλώς ως μια εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον ντροπαλό του χαρακτήρα.

Έτσι, η ετικέτα παγιώνεται, χάνει τον συμβατικό της χαρακτήρα και αποκτά τη δύναμη να ορίζει τι «είναι» το παιδί, ανεξάρτητα από το πώς συμπεριφέρεται σε συγκεκριμένες περιστάσεις.

Ως πλέον αδιαφιλονίκητη «αλήθεια», η χρήση της αυτοματοποιείται σε βαθμό που αποκτά τον χαρακτήρα του αναπότρεπτου. Το βάρος αυτών των κατηγοριοποιήσεων, όπως και το «αληθινό» τους στάτους, αυξάνει όσο η δυνατότητα σύνδεσης με εναλλακτικές επιλογές κατηγοριοποίησης του εαυτού και των πρακτικών που τις «πραγμοποιούν», μειώνεται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γλωσσικές κατηγορίες που έχουν αποκτήσει το στάτους της αλήθειας μπορεί να παγιδεύσουν το άτομο σε μια διαζευκτική αντίληψη της ύπαρξης του, δίνοντάς του μόνο δύο επιλογές: να «είναι» ή να μην «είναι» κάτι. Αυτή η λογική προδιαθέτει το άτομο να βλέπει τον εαυτό του με όρους απόλυτους και ουσιοποιητικούς. Η δύναμη ή η ευαλωτότητα, για παράδειγμα, αντιμετωπίζονται ως χαρακτηριστικά που είτε ένα άτομο διαθέτει είτε όχι.

ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗ- ΠΛΑΙΣΙΩΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η συστημική θεραπεία, συλλαμβάνοντας τον εαυτό ως διαδικασία και όχι ως ουσία, επιχειρεί να διαρρήξει αυτή την παγίδευση, εστιάζοντας στους πλαισιακούς και γλωσσικούς όρους της γένεσης και διατήρησής της. Σκοπός είναι να αναδειχθεί μια πιο δυναμική ταυτότητα, που επιτρέπει στο άτομο να συνδέεται με μια πολλαπλότητα εαυτών, αποδεσμεύοντάς το από τον κλοιό των ουσιοποιητικών κατηγοριοποιήσεων. Έτσι, μετακινεί το ερώτημα από το «ποιος είσαι;» στο «ποιος γίνεσαι;».

Για παράδειγμα, διερευνάται: πότε και με ποιους το άτομο είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσει αυτά τα κριτήρια για να ορίσει τον εαυτό του ως, π.χ., «άχρηστο»; Όταν συμβαίνει αυτό, τι ακριβώς συμβαίνει; Πότε και σε σχέση με τι είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσει διαφορετικά κριτήρια νοηματοδότησης της συμπεριφοράς του; Τι είναι αυτό που κάνει διαφορετικά; Τι αλλάζει τότε; Πότε και με ποιους συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν επιβεβαιώνει την ταμπέλα του «άχρηστου»; Τι το βοηθάει σε αυτό;

Έτσι, επιχειρείται η κινητοποίηση της αναστοχαστικής ικανότητας του ατόμου και η σύνδεσή του με προοπτικές που θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφορετικές μορφές νοηματοδότησης του εαυτού, οι οποίες μηχανικά αποσιωπώνται.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Anderson, H., & Goolishian, H. A. (1988). Human systems as linguistic systems: Preliminary and evolving ideas about the implications for clinical theory. Family Process, 27(4), 371–393.

Bakhtin, M. M. (1984). Problems of Dostoevsky’s poetics. University of Minnesota Press.

Burr, V. (2015). Social constructionism (3rd ed.). Routledge.

Gergen, K. J. (2009). Relational being: Beyond self and community. Oxford University Press.

Hermans, H. J. M. (2001). The dialogical self: Toward a theory of personal and cultural positioning. Culture & Psychology, 7(3), 243–281.

Honneth, A. (2008). Reification: A recognition-theoretical view. Oxford University Press.

Rose, N. (1998). Inventing our selves: Psychology, power, and personhood. Cambridge University Press.

Tomm, K., Wulff, D., St. George, S., & Strong, T. (2014). Patterns in interpersonal interactions: Inviting relational understandings for therapeutic change. Routledge.