ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 2: ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ΤΙ ΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΩΣ «ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟΥ;
Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: αν οι έννοιες της γλώσσας δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα αλλά τη συγκροτούν, τότε τι γίνεται με τα βιώματα, τα συναισθήματα, το ίδιο το σώμα μέσα στον χώρο; Μπορούμε να αποδεχτούμε ότι ακόμη και αυτά που αντιλαμβανόμαστε ως αισθητηριακά διαφορετικά, όπως η θέση μας στον χώρο ή συγκεκριμένη υφή ενός συναισθήματος, είναι τελικά το απόσταγμα μιας αναπαραστατικής διαδικασίας της γλώσσας, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχαν;

Επιπλέον, αν για παράδειγμα, ορίζαμε τα βιώματα με βάση πληροφορίες που αντιστοιχούν στο αντικειμενικό σωματικο-αισθητηριακό περιεχόμενο της εμπειρίας τους, δε θα μπορούσαμε τότε να υποστηρίξουμε ότι οι γλωσσικοί ορισμοί που χρησιμοποιούμε τα προσδιορίζουν με αντικειμενικό τρόπο;

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Στα πλαίσια μιας κονστρουξιονιστικής λογικής, η επαφή του ανθρώπου με όσα παρατηρεί, βιώνει και κάνει μπορεί να είναι αντικειμενική και ατόφια μόνο σε ένα πρωτογενές σωματικό–αισθητηριακό επίπεδο, και όχι σε ένα δευτερογενές εννοιολογικό.

Οι νευροβιολογικές βάσεις του ανθρώπινου οργανισμού είναι διαμορφωμένες έτσι ώστε η στεναχώρια, η χαρά, η αίσθηση του κρύου, του ζεστού, του πόνου να αποτελούν διακριτές ποιότητες βιωμάτων με διαφορετική υφή.

Το ίδιο ισχύει και για την ενσώματη κίνηση, την θέση του σώματος στον χώρο, καθώς και για την πρόσβαση σε υλικούς πόρους. Οι περιορισμοί και οι δυνατότητες που προσφέρει ο χώρος προς το σώμα, καθώς και η προσβασιμότητα ή η μη προσβασιμότητα των αντικειμένων μέσα σε αυτόν, είναι αισθητηριακά και λειτουργικά αντικειμενικοί.

Από αυτή την αισθητηριακή–σωματική επαφή διαμορφώνεται μια πρωτογενής, προ-γλωσσική σχέση, που αντιστοιχεί σε αυτό που το σώμα αναγνωρίζει ως δυνατό, προσβάσιμο και αισθητηριακά δυσάρεστο ή ευχάριστο.

ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΟΣ-ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ 
Ωστόσο, με αυτό το πραγματικό–αντικειμενικό της εμπειρίας όσων αντιληπτικά παρατηρούμε και βιώνουμε ερχόμαστε σε άμεση επαφή μόνο μέσα από το σώμα και τις αισθήσεις μας. Αντίθετα, οι γλωσσικές έννοιες, όπως και η γνωσιακή επεξεργασία (εξήγηση, μελέτη, ορισμός) της εμπειρίας, δεν ενσωματώνουν το ίδιο το απτό βίωμα της εμπειρίας, αλλά δημιουργούν μια δευτερογενή αφηρημένη- σημασιολογική εκδοχή του βιώματος.

Όπως ειπώθηκε στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς κειμένων, η παραγωγή νοήματος και ορισμού ενός φαινομένου μέσα από τη γλώσσα προϋποθέτει την προτεραιοποίηση κάποιων πληροφοριών (έναντι άλλων), οι οποίες, σε αυτή τη διαδικασία, λειτουργούν ως κριτήρια για τον ορισμό του.

Αυτές οι πληροφορίες μπορεί να αποτελούν αισθητηριακές πληροφορίες, μνήμες αισθήσεων και συναισθημάτων, ή γνωσιολογικές αφηρημένες πληροφορίες, όπως ιδέες και θεωρίες ή και άλλες μορφές γνώσεων σε σχέση με το φαινόμενο προς ορισμό. 

Αυτή η διαδικασία απόκλισης και επιλογής δεν συντελείται από το ίδιο το φαινόμενο. Το φαινόμενο ή το βίωμα προς νοηματωδότηση δεν μας επιβάλλει ποια κριτήρια είναι σημαντικότερα για τον ορισμό του και ποια λιγότερο σημαντικά. Αντίθετα, αυτό συντελείται από τους ανθρώπους. Αυτοί, δημιουργούν είτε ατομικά είτε διυποκειμενικά, ένα συμβατικό νόημα της εμπειρίας, το οποίο ξεπερνά το αισθητηριακό-σωματικό αποτύπωμά της. 

Ο κονστουξιονισμός δεν αρνείται μια αντικειμενικά βιωμένη πραγματικότητα, αρνείται ότι το νόημα, οι εξηγήσεις και οι ορισμοί αυτής που στηρίζονται σε γλωσσικές διακρίσεις, μπορούν να αποκτήσουν μια σχέση άμεση και φυσική με αυτή την πραγματικότητα.

Πληροφορίες που συλλέγονται από τo «πραγματικό» της βιωμένης εμπειρίας δεν λειτουργούν ως αυτονόητο ή φυσικό μέτρο για το τι θα αναγνωριστεί ως σημαντικότερο κριτήριο για τον ορισμό της. Το μέτρο αυτό ορίζεται από τους ανθρώπους, όταν σε συγκεκριμένες περιστάσεις, αυτές οι πληροφορίες επιλέγονται ως πιο καθοριστικές από άλλες κατά τη διαδικασία νοηματοδότησης της εμπειρίας τους. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και έννοιες και ορισμοί που δημιουργούνται με βάση πληροφορίας του «πραγματικού», αποτελούν και αυτές συμβατικές γλωσσικές κατασκευές. 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑΣ 
Ας ορίσουμε, για παράδειγμα, τη στεναχώρια με βάση το πώς τη βιώνουμε αισθητηριακά, σωματικά και συναισθηματικά: η στεναχώρια είναι μια κατάσταση μειωμένης σωματικής και ψυχικής κινητοποίησης, που βιώνεται ως βάρος, επιβράδυνση και εσωτερική συστολή. Εκδηλώνεται αισθητηριακά μέσα από κόπωση, χαμηλή ενέργεια, αίσθηση κενού ή πίεσης στο στήθος, βραδύτητα στην κίνηση και δυσκολία στο «άνοιγμα» προς το περιβάλλον. Το σώμα μοιάζει να αποσύρεται και να περιορίζει την επαφή.

Αυτή η έννοια της στεναχώριας αποκλείει από τον ορισμό της κοινωνικά και επικοινωνιακά στοιχεία που μπορεί να τη συνοδεύουν ως βίωμα μέσα από πολιτισμικές αναγνώσεις της. Η στεναχώρια ενδεικτικά, μπορεί να οριστεί ως μια σχεσιακή και επικοινωνιακή πράξη, μέσω της οποίας ένα άτομο σηματοδοτεί μια μεταβολή στη θέση του μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Δηλαδή, έναν τρόπο με τον οποίο ένα άτομο μπορεί να δηλώσει απώλεια ή ματαίωση ανάγκη για απόσυρση ή φροντίδα.

Το ίδιο το βίωμα της στεναχώριας δεν καθορίζει αν οι πληροφορίες που αφορούν την αντικειμενική σωματικό-αισθητηριακή εμπειρία της συνιστούν σημαντικότερο κριτήριο ορισμού της, σε σύγκριση με τις πληροφορίες που αφορούν τις κοινωνικές λειτουργίες που επιτελεί.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΩΡΟ
Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τον χώρο. Ο χώρος μπορεί να οριστεί με βάση το πώς βιώνουμε το σώμα μας μέσα σε αυτόν: ως το πεδίο εντός του οποίου το σώμα υπάρχει, κινείται και προσανατολίζεται. Είναι η τρισδιάστατη δομή που καθορίζει τη θέση μας, τις αποστάσεις μας και την πρόσβασή μας σε άλλα υλικά σώματα.

Από την άλλη, ο χώρος μπορεί να οριστεί και μέσα από την ψυχολογική μας σχέση με αυτόν. Μπορεί να βιώνεται ως «στενός», «ασφαλής», «απειλητικός» ή «οικείος», ανάλογα με τις εμπειρίες που έχουμε σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα και με το πώς, μέσα από αυτές τις εμπειρίες, αποδίδουμε νόημα στον χώρο.

Το ενσώματο βίωμα του χώρου, ωστόσο, δεν μας επιβάλλει ότι ο ορισμός του με βάση το σώμα είναι αυτονόητα σημαντικότερος από τον ψυχολογικό ή τον συμβολικό του ορισμό.

ΤΑ «ΠΡΑΓΜΑΤΑ» ΩΣ CONCEPTS
Ο κόσμος και η εμπειρία μας μέσα σε αυτόν υπάρχουν. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε έννοια που να τα αγγίζει, παρά μόνο ένα ίχνος τους: ένα βιωματικό αποτύπωμα που η γλώσσα υποδεικνύει χωρίς να μπορεί να ταυτιστεί με αυτό. Το «πραγματικό» παραμένει ακατέργαστο, άρρητο και προ-συμβολικό, χωρίς εγγενές νόημα.

Το να βιώνουμε κάτι δεν είναι ταυτόσημο με το να το ορίζουμε ή να το εξηγούμε. Κάθε φορά που αποδίδουμε νόημα σε κάτι ορίζοντάς το,  είτε αυτό αποτελεί ένα βίωμα, το σώμα μας, τον χώρο ή οποιαδήποτε παρατήρηση του πραγματικού κόσμου, το εντάσσουμε στο «γλωσσικό», μετατρέποντάς το σε ένα συμβολικό σημείο. Μέσα στον θύλακα της γλώσσας η εμπειρία σταματάει να αποτελεί αντικειμενικό «πράγμα» και μετατρέπεται σε αναπαράσταση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η απόπειρα να προσδιορίσουμε την εμπειρία είναι μια (γλωσσική) χειρονομία που μεταθέτει και ανακατασκευάζει την ίδια την εμπειρία και τα πράγματα του υλικού κόσμου,  από το πεδίο του πραγματικού–βιωμένου, στο πεδίο της αναπαράστασης και των συμβόλων. Μια συμβατική–ταξινομική επιλογή, από την οποία η εμπειρία αποκτά μορφή, όνομα και τόπο μέσα στον κόσμο των σημασιών.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berger, P. L., & Luckmann, T. (1966). The Social Construction of Reality. Anchor Books.

Gallagher, S. (2005). How the Body Shapes the Mind. Oxford University Press.

Hacking, I. (1999). The Social Construction of What? Harvard University Press.

Lacan, J. (1977). The four fundamental concepts of psychoanalysis (J.-A. Miller, Ed.; A. Sheridan, Trans.). W. W. Norton. (Original work published 1964)

Maturana, H. R., & Varela, F. J. (1992). Το δέντρο της γνώσης: Οι βιολογικές ρίζες της ανθρώπινης νόησης (Εκδ. Σπ. Μανουσέλη). Αθήνα: Κάτοπτρο.

Merleau-Ponty, M. (2012). Phenomenology of Perception (D. A. Landes, Trans.). Routledge. (Original work published 1945)

Varela, F. J., Thompson, E., & Rosch, E. (1991). The Embodied Mind. MIT Press.