Fernard Leger – The Disc, 1918
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι θεωρήσεις της αιτιότητας αποτελούν γνωσιακές κατασκευές απαραίτητες για την προσαρμογή και τη μελέτη της ανθρώπινης ύπαρξης στον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Μέσω της αιτιότητας, ο κόσμος καθίσταται περισσότερο ελεγχόμενος και προβλέψιμος.
Οι άνθρωποι κάνουν χρήση αυτών των θεωρήσεων προκειμένου να ερμηνεύσουν τις μορφές επαναληψιμότητας και τα μοτίβα που παρατηρούν στο εσωτερικό και το εξωτερικό τους περιβάλλον, εξυπηρετώντας έτσι τις δικές τους βλέψεις για κοινωνική οργάνωση, νοηματική ευταξία και σαφή προσανατολισμό δράσης.
Στο πλαίσιο της ψυχολογικής θεωρίας και πρακτικής, τα μοτίβα των ανθρώπινων βιωμάτων και της συμπεριφοράς ερμηνεύονται κυρίως υπό το πρίσμα δύο προσεγγίσεων της αιτιότητας: της γραμμικής και της κυκλικής.
ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ
Σε συνάφεια με σχετικές αναλύσεις της αιτιότητας στις κοινωνικές επιστήμες, η γραμμική κατανόηση της αιτιότητας των ψυχολογικών μοτίβων μπορεί να ιδωθεί ως συμβατή με προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στη χρονική ακολουθία και τη συστηματική συνδιακύμανση μεταξύ παραγόντων (King et al., 1994; Brady & Collier, 2004): όταν ένας ενδοψυχικός ή διαπροσωπικός παράγοντας Α (π.χ. παιδικό τραύμα, μαθημένες συμπεριφορές) προηγείται χρονικά και ακολουθείται κατ’ επανάληψη μέσα στον χρόνο από την εμφάνιση ενός παράγοντα Β (π.χ. καταθλιπτική συμπτωματολογία, αποφευκτική συμπεριφορά). Τότε η σχέση αυτή ερμηνεύεται ως αιτιακή. Ο παράγοντας Α νοείται ως το αίτιο, ενώ ο παράγοντας Β ως το αποτέλεσμα της επίδρασής του.
ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Όταν αντιλαμβανόμαστε την εκδήλωση φαινομένων γραμμικά, το Α οδηγεί στο Β, το Β στο Γ και ούτω κάθε εξής, συγκροτώντας έτσι μια γραμμική αλυσίδα αιτιακών σχέσεων (Lewis, 1973). Η κίνηση διαβάζεται πάντοτε προς μία κατεύθυνση, από το Α προς το Β, από το Β προς το Γ κ.λπ., με το Α να νοείται ως η αρχική αιτιακή απαρχή.
Η κατανόηση των μοτίβων του ατόμου που εμφανίζονται στο παρόν συχνά προϋποθέτει τη διερεύνηση της ακολουθίας των σχέσεων αιτίου και αποτελέσματος, μέχρι τον εντοπισμό των καθοριστικών ενδοψυχικών και διαπροσωπικών αιτιών αυτής της ακολουθίας, στο παρελθόν.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΜΟΤΙΒΟΥ
Για παράδειγμα, οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες απόρριψης στην παιδική ηλικία ενός ατόμου μπορούν να νοηματοδοτηθούν ως η αιτιακή απαρχή μιας σειράς μεταγενέστερων ψυχολογικών και διαπροσωπικών μοτίβων σχετίζεσθαι (Α). Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να έχουν κηλιδώσει με αρνητικές σημασίες την εικόνα του εαυτού και του Άλλου με νοητικά σχήματα όπως «δεν αξίζω να αγαπηθώ», «αν δείξω ενδιαφέρον θα με απομακρύνουν», δημιουργώντας έτσι ορισμένα μοτίβα ψυχολογικής συσχέτισης με την απόρριψη (Β).
Τα μοτίβα αυτά, καθώς μεταφέρονται και ενεργοποιούνται στις ενήλικες σχέσεις του ατόμου, μπορεί να συνδέονται με την εμφάνιση έντονου εκνευρισμού απέναντι στην ιδέα μιας συναισθηματικής απόρριψης, την εκδήλωση υπερβολικού ενδιαφέροντος, ή την ανάπτυξη μιας τάσης δυσπιστίας ως προς την αμοιβαία ανταπόκριση στα συναισθήματα του ατόμου (Γ).
Σε αυτό το παράδειγμα ο παράγοντας Α θεωρείται καθοριστικός και αντιμετωπίζεται ως απαρχή της συγκεκριμένης ακολουθίας.
ΚΥΚΛΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ
Αντίθετα, σε συνάφεια με τη συστημική κατανόηση της αιτιότητας του Bateson (1972): όταν η αιτιότητα προσεγγίζεται ως κυκλική διαδικασία, τα ψυχολογικά φαινόμενα και τα μοτίβα ενός ατόμου δεν νοούνται απλώς ως εκδηλώσεις διαμορφωμένες από ενδοψυχικούς και διαπροσωπικούς παράγοντες του παρελθόντος. Τα μοτίβα αναδύονται ως στοιχεία μιας ευρύτερης συστημικής ενότητας, ενός συνόλου που συγκροτείται και χαρακτηρίζεται από δυναμικές σχέσεις με άλλα ενδοψυχικά και διαπροσωπικά στοιχεία που είναι ενεργά στο παρόν. Στο πλαίσιο αυτών των σχέσεων κινητοποιούνται λειτουργικές διαδικασίες ανατροφοδότησης μεταξύ των στοιχείων, οι οποίες συμβάλλουν στην κυκλική διατήρηση των μοτίβων.
Οι λειτουργικές σχέσεις ανατροφοδότησης αφορούν τα αποτελέσματα που επιφέρουν τα στοιχεία μεταξύ τους, το τι «κάνει» το ένα στο άλλο. Στο πώς δηλαδή, ένα στοιχείο μπορεί για παράδειγμα να κινητοποιεί, να διαταράσσει, ή να σταθεροποιεί, άλλα στοιχεία του συστήματος, όπως ρόλους, συναισθήματα, σκέψεις, ή σχεσιακές δυναμικές, και πώς η λειτουργία αυτή επιτελεί αντίστοιχες λειτουργίες σε άλλα στοιχεία.
ΚΥΚΛΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Η ροή της κίνησης σε αυτή τη συστημική οργάνωση αποκτά μια κυκλική μορφή: ένα στοιχείο Α κινητοποιεί ένα Β, το Β ένα Γ, το Γ ένα Δ και το Δ ενημερώνει τη λειτουργία του στοιχείου Α. Το Α κινητοποιεί το Β και ο κύκλος συνεχίζει.
Στο πλαίσιο των κυκλικών σχέσεων δεν εντοπίζεται μια σαφής αιτιακή αφετηρία, καθώς κάθε στοιχείο μπορεί να ιδωθεί τόσο ως απόκριση όσο και ως ερέθισμα εντός μιας αλληλουχίας αλληλεπιδράσεων (Watzlawick et al., 1967). Υπό αυτή την έννοια, κάθε στοιχείο αποτελεί ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα της κινητοποίησής του, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση της κυκλικής ανατροφοδότησης που το αναπαράγει.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΥΚΛΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΜΟΤΙΒΟΥ
Ας πούμε ότι έχουμε μια σχέση όπου η σύζυγος βιώνει ότι πιέζεται συναισθηματικά από τον σύζυγό της, καθώς αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί αμοιβαία στο ενδιαφέρον του (Α).
Ο σύζυγος, από την πλευρά του, αισθάνεται ότι βρίσκεται συνήθως σε μια πιο συγκαταβατική και υποχωρητική θέση στη σχέση (Β). Δεν κάνει πολλά παράπονα και πηγαίνει με τα «νερά» της συζύγου, εκδηλώνοντας παράλληλα το ενδιαφέρον του, στο οποίο για τον ίδιο, η σύζυγος δεν ανταποκρίνεται αμοιβαία.
Ο ίδιος «κουβαλάει» στην πλάτη του ένα παρελθόν απορριπτικών εμπειριών που έχουν προσδώσει σε απορριπτικές συμπεριφορές τεράστιο ψυχολογικό βάρος με αποτέλεσμα να βιώνει έντονη στεναχώρια και ματαιότητα, καθώς έχει διαμορφωθεί η αντίληψη ότι ο ίδιος «δεν είναι αρκετός για να αξίζει το ενδιαφέρον του άλλου».
Από ένα σημείο και έπειτα απέναντι στα αρνητικά αυτά συναισθήματα, ο σύζυγος αποφασίζει να εκφράσει με ένταση το παράπονό του για τη συναισθηματική απομάκρυνση της συντρόφου (Γ). Μέσω της κριτικής, αναλαμβάνει μια πιο δυναμική και ενεργητική θέση, η οποία του επιτρέπει να εκφράσει τη δυσαρέσκεια για τη μοναξιά του, ενώ παράλληλα απομακρύνεται και ο ίδιος συναισθηματικά.
Αυτή η αλλαγή θέσης φαίνεται να λειτουργεί κινητοποιητικά ως προς το ενδιαφέρον της συζύγου. Γίνεται στιγμιαία πιο παρούσα, πιο τρυφερή, δείχνοντας ενδιαφέρον για τη σχέση (Δ).
Ωστόσο, η αυξημένη αυτή εγγύτητα σύντομα δημιουργεί στον σύζυγο ενοχές για την «απότομη συμπεριφορά του» και τη συναισθηματική του απομάκρυνση, στις οποίες «απαντά» με υπερβολικό ενδιαφέρον, μειώνοντας έτσι την ενοχή του. Απέναντι στο ενδιαφέρον αυτό η σύζυγος αισθάνεται ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί με τρόπο αντάξιο, αισθάνεται πίεση και έτσι επιλέγει να πάρει απόσταση (Α). Ως αποτέλεσμα ο κύκλος συνεχίζεται.
Η συντήρηση του μοτίβου συσχέτισης του συζύγου με την απόρριψη και τη σύζυγο δεν ανάγεται ολότελα σε κάποια εμπειρία του παρελθόντος (όπως τις απορριπτικές εμπειρίες του) που μηχανικά και αυτονόητα επιδρά ως αιτιακή απαρχή αυτών των μοτίβων.
Το μοτίβο αυτό συντηρείται κυκλικά και αποκτά νόημα, όσο τα αποτελέσματα των εμπρόθετων μορφών συσχέτισης του ζευγαριού μεταξύ τους, με τα βιώματά τους, αλλά και τις ιδέες τους, ανατροφοδοτούνται λειτουργικά.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ
Σκοπός της γραμμικής προσέγγισης είναι να βρει το «γιατί» συμβαίνει αυτό που συμβαίνει κοιτάζοντας στο παρελθόν, δηλαδή, να ανακαλύψει τους πιο καθοριστικούς παράγοντες μιας στάσης ή συμπεριφοράς που επανεμφανίζεται. Από την άλλη, η κυκλική προσέγγιση στρέφεται στο «πώς» συντηρείται και αναπαράγεται αυτό που συμβαίνει, κοιτάζοντας τις σχεσιακές δυναμικές του παρόντος. Δηλαδή, διερεύνα τον τρόπο με τον οποίο ψυχολογικές και διαπροσωπικές δυναμικές ανατροφοδοτούν και ανατροφοδοτούνται λειτουργικά από άλλα στοιχεία, αναπαράγοντας την εμφάνισή τους.
Δεν είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζουμε τις διαφορετικές αναγνώσεις της αιτιότητας ως αμοιβαία αποκλειόμενες. Σε έναν βαθμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά. Η γραμμική οπτική μπορεί να αναδείξει πως οι εμπειρίες του παρελθόντος ενδέχεται να συμβάλλουν στη διαμόρφωση σημασιών, ερμηνευτικών σχημάτων και μαθημένων τρόπων προσαρμογής, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο βιώνει και αντιλαμβάνεται ορισμένες καταστάσεις.
Από αυτή την άποψη, η επίδραση του παρελθόντος εντοπίζεται στα ήδη εγκαθιδρυμένα μοτίβα σκέψης, κατανόησης και συμπεριφοράς, καθώς και στις σχετικά αυτοματοποιημένες μορφές ανταπόκρισης που έχουν διαμορφωθεί από την προηγούμενη εμπειρία.
Από την άλλη, η κυκλική οπτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθεί μια ερμηνεία σε σχέση με τον τρόπο που διατηρούνται αυτά τα μοτίβα από την ένταξή τους σε δίκτυα σχέσεων μέσα στα οποία αποκτούν συγκεκριμένες λειτουργίες και ανατροφοδοτούνται από τις εμπρόθετες αλληλεπιδράσεις των προσώπων, στο παρόν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η αιτιότητα, είτε γραμμική είτε κυκλική, δεν αποτυπώνει την ολότητα της ροής του κόσμου, αλλά αποτελεί μια μορφή γνωσιακής οργάνωσης της εμπειρίας. Κάθε αιτιακή ανάγνωση είναι χρήσιμη, αλλά αναπόφευκτα μερική. Μια τομή σε μια ακολουθία πολύ μεγαλύτερης κλίμακας, που συνεχίζει να εξελίσσεται πέρα από τα όρια της ερμηνείας μας.
Βιβλιογραφία
Brady, H. E., & Collier, D. (Eds.). (2004). Rethinking social inquiry: Diverse tools and shared standards. Rowman & Littlefield.
Bateson, G. (1972). Steps to an ecology of mind. Chandler.
King, G., Keohane, R. O., & Verba, S. (1994). Designing social inquiry: Scientific inference in qualitative research. Princeton University Press.
Lewis, D. (1973). Causation. The Journal of Philosophy, 70(17), 556–567. https://doi.org/10.2307/2025310
Watzlawick, P., Beavin, J. H., & Jackson, D. D. (1967). Pragmatics of human communication: A study of interactional patterns, pathologies, and paradoxes. Norton.
