ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 Claude Monet – Close-up view of Water Lilies,  1914-1917

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ- ΕΝΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ»
Ως σύστημα μπορούμε να ορίσουμε ένα σύνολο στοιχείων, στο οποίο η μεταξύ τους αλληλεπίδραση διαμορφώνει μοτίβα σχέσεων (Bertalanffy, 1968). Στις σχέσεις αυτές, η δράση του ενός στοιχείου συνδέεται με διεργασίες και αλλαγές στα υπόλοιπα, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή των μοτίβων αυτών (Bateson, 1972). Σύστημα, έτσι, μπορεί να είναι ο ψυχισμός ενός ατόμου, αλλά και μια οικογένεια ή μια ολόκληρη κοινότητα.

Ενδεικτικά, στοιχεία της δομής του προσωπικού συστήματος μπορεί να αποτελούν συναισθήματα, σκέψεις, απόψεις, αφηγήματα, μοτίβα προσαρμογής, ενώ του σχεσιακού συστήματος μπορεί να αποτελούν οι σχέσεις των ατόμων, οι συμμαχίες, οι συγκρούσεις, οι κανόνες και οι ρόλοι.

Στο πλαίσιο της συστημικής σκέψης, και σε συμφωνία με τη συμβολή του Gregory Bateson (1972), μπορούμε να πούμε ότι κάθε ψυχολογικό φαινόμενο εκδηλώνεται ως στοιχείο μιας ευρύτερης συστημικής ενότητας μεταξύ του ατομικού συστήματος και των σχεσιακών–κοινωνικών συστημάτων. Το προσωπικό και τα κοινωνικά συστήματα, δηλαδή, συνδέονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση μέσα από την οποία συνδιαμορφώνονται και ανατροφοδοτούνται πληροφοριακά και λειτουργικά.  

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Η Άννα είναι 34 ετών. Νιώθει έντονο άγχος και κάνει έντονη αυτοκριτική για τις εργασιακές της επιδόσεις. Την τελευταία περίοδο έχει μεγάλη ανάγκη να ανελιχθεί ιεραρχικά στην εταιρία που δουλεύει. Συχνά σκέφτεται ότι «δεν πρέπει να κάνει το παραμικρό λάθος», κάτι που την αγχώνει πολύ.

Στην επαγγελματική της ομάδα είναι υπερπροσεκτική, αναλαμβάνει πολλές ευθύνες και προσπαθεί να μην κάνει λάθη. Στο πλαίσιο της δουλειάς της της έχουν αναθέσει εμμέσως τον ρόλο της «αρχηγού». Οι συνάδελφοί της συντονίζονται με αυτή της τη στάση, ζητώντας συμβουλές και εγκρίσεις σε σχέση με τις αποφάσεις που παίρνουν.

Όσο περισσότερο της εμπιστεύονται ευθύνες, τόσο περισσότερο φοβάται μήπως αποτύχει. Σκέφτεται δηλαδή ότι «αν δεν προσπαθήσει στο έπακρο», δεν θα τα καταφέρει.

Το προσωπικό της άγχος την παρακινεί σε υπερπροσπάθεια στη δουλειά. Οι συνάδελφοί της συντονίζονται με αυτή την υπερπροσπάθεια, τοποθετώντας τον εαυτό τους σε έναν ρόλο καθοδηγούμενων. Εκείνη συμπλέει με τη στάση τους, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της αρχηγού.

Η αναγνώριση της ικανότητάς της από τους συναδέλφους της δίνει την αίσθηση ότι μπορεί να τα καταφέρει και να ανελιχθεί. Ωστόσο, αυξάνει ακόμη περισσότερο την ένταση της ιδέας ότι δεν πρέπει να κάνει λάθος. Η πίεση αυτή τροφοδοτεί το άγχος της και ενισχύει την έγνοια ότι «δεν θα τα καταφέρει αρκετά καλά».

Το «ατομικό σύστημα» (οι σκέψεις και τα συναισθήματα της Άννας) και το «κοινωνικό σύστημα» (ο τρόπος με τον οποίο οι συνάδελφοί της και η ίδια συντονίζονται αμοιβαία μέσα από τους ρόλους) ανατροφοδοτούνται διαρκώς λειτουργικά και πληροφοριακά.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Για να κατανοήσουμε τη σημασία της εμφάνισης ενός στοιχείου (π.χ. της έγνοιας της Άννας «να μην κάνει κανένα λάθος»), πρέπει να κατανοήσουμε τις σχέσεις εντός του συστήματος. Σε αυτήν την κατεύθυνση, τα ερωτήματα και οι υποθέσεις μας γύρω από αυτά τα στοιχεία χρειάζεται να τίθενται τόσο με όρους περιεχομένου, όσο και με όρους λειτουργίας.

Το περιεχόμενο αφορά τις πληροφορίες που σχετίζονται με το «τι σημαίνει» ένα στοιχείο, πώς εξηγείται και τι αναπαριστά στο πλαίσιο του σημειολογικού χάρτη του προσωπικού και του σχεσιακού συστήματος.

Σε σχέση με το περιεχόμενο ενός στοιχείου μπορούμε να αναρωτηθούμε: Πώς εξηγείται από την ίδια την Άννα η έγνοιά της ή η υπερπροσπάθειά της; Πώς νοηματοδοτεί η ίδια τη στάση της, τι σημασίες αποδίδει στον ρόλο της στη δουλειά και στη στάση των συναδέλφων της; Πώς νοηματοδοτείται από τους συναδέλφους της η συμπεριφορά και η στάση της;

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Από την άλλη, η λειτουργία ενός στοιχείου σχετίζεται με το πώς μπορεί να τροποποιεί, να ενεργοποιεί ή να παρεμποδίζει άλλες κινήσεις  στο σύστημα. Η λειτουργία αφορά το «τι κάνει», τι αποτελέσματα επιφέρει ένα στοιχείο στο σύστημα σχέσεων όπου εμφανίζεται. Η λειτουργία αποτυπώνει το πλέγμα των σχέσεων που προκύπτουν από την επίδραση του ενός στοιχείου στο άλλο, καθώς και την κατεύθυνση της μεταξύ τους ροής.

Σε σχέση με τη λειτουργία ενός στοιχείου  θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: Σε ποιες συμπεριφορές προτρέπει αυτή η έγνοια της Άννας; Τι μορφές σχέσεων με τον εαυτό και τους άλλους καθιστά δυνατές η υπερπροσπάθεια της Άννας στη δουλειά και ποιες μορφές σχέσεων αποτρέπει; Πώς αντιδρούν οι συνάδελφοί της στη συμπεριφορά της; Με ποιον τρόπο η υπερπροσπάθειά της μπορεί να είναι χρήσιμη για τους στόχους και τις ανάγκες της; Πώς μπορεί να είναι χρήσιμη για τους άλλους;

ΣΧΕΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ-ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Το περιεχόμενο δεν είναι ανεξάρτητο από τις λειτουργίες και αντιστρόφως. Ένα στοιχείο κινητοποιεί λειτουργίες στο σύστημα λόγω των σημασιών που του αποδίδονται. Παράλληλα, το περιεχόμενο και η σημασία ενός στοιχείου διαμορφώνονται και αναπαράγονται  από τις λειτουργικές του σχέσεις με άλλα στοιχεία.

Στο παράδειγμα με την Άννα, το νόημα που αποδίδει στην έγνοια της να τα καταφέρει ίσως αποκτά βάρος γιατί αποτελεί σημαίνον μιας επικείμενης επιτυχίας (ή αποτυχίας) σε σχέση με την εργασιακή της εξέλιξη. Αν το νόημα που απέδιδε ήταν διαφορετικό, τότε ίσως το ενδεχόμενο αποτυχίας ή επιτυχίας στη δουλειά να μην συνοδευόταν από τόσο έντονη έγνοια και άγχος. Υπό αυτή την έννοια, η έγνοιά της δεν θα λειτουργούσε παρακινητικά ως προς την εργατικότητά της και κατ’ επέκταση ως προς την επιτέλεση και την αναγνώριση του ηγετικού της ρόλου στη δουλειά.

Από την άλλη, αν η στάση και η συμπεριφορά της στη δουλειά  δεν αποτελούσαν έναυσμα για την οργάνωση των συναδέλφων της γύρω από τον ρόλο της, τις υποδείξεις και τη βοήθειά της, τότε ίσως να δυσκολευόταν να νοηματοδοτήσει τον ρόλο της ως ρόλο ηγέτη στην ομάδα. Έτσι, ίσως το βάρος που θα είχε η σημασία της επιτυχίας στη δουλειά και της ανταπόκρισης στις ευθύνες που της αποδίδονται, να μειωνόταν. Η δουλειά, σε αυτή την περίπτωση, ίσως σταματούσε να αποτελεί μια αρένα επίδοσης και τελειοθηρίας. Ως αποτέλεσμα, η δουλειά θα μπορούσε να χάσει τη σημασία της ως ορόσημο επαγγελματικής ανέλιξης και να κατέληγε μια απλή υπαλληλική θέση.

 

 

 

Βιβλιογραφία

Bateson, G. (1972). Steps to an ecology of mind. Chicago: University of Chicago Press.

Bertalanffy, L. von (1968). General system theory: Foundations, development, applications. New York: George Braziller.

Tomm, K. (1987). Interventive interviewing: Part II. Reflexive questioning as a means to enable self-healing. Family Process, 26(2), 167–183. https://doi.org/10.1111/j.1545-5300.1987.00167.x