ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 3: ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Η ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Καθώς η έννοια της αντικειμενικής γνώσης δεν υφίσταται ως ουδέτερη ή αυτόνομη εννοιολογική κατασκευή στο πλαίσιο της κονστρουξιονιστικής οπτικής, η γνωσιολογική σχέση του ανθρώπου και της επιστήμης με τη βιωμένη εμπειρία συλλαμβάνονται μέσα από τον θεωρητικό φακό του πραγματισμού.

Συμφωνά με μια αρχή της πραγματιστικής σκέψης, ο άνθρωπος σχετίζεται και διαμορφώνει τον κοινωνικό κόσμο με όρους δυνατοτήτων δράσης. Η προσαρμογή του ανθρώπου αποτελεί πρωτίστως αποτέλεσμα της απάντησης στο ερώτημα “τι μπορώ ή δεν μπορώ να κάνω με αυτό;”. Η ύπαρξη συνοδεύεται μόνιμα από μια έγνοια για το πρακτικό νόημα των όσων σκεφτόμαστε και κάνουμε.

Η κοινωνική ζωή, με τη σειρά της, κινείται και ζωντανεύει μέσα από λειτουργίες, δηλαδή από τα εκούσια ή ακούσια πρακτικά αποτελέσματα των ανθρώπινων δράσεων. Μέσα, δηλαδή, από το αποτύπωμα που τελετουργίες, πρακτικές, ερμηνείες και εξηγήσεις αφήνουν στα πλέγματα σχέσεων όπου εφαρμόζονται.

Γενικεύοντας αυτήν την ιδέα σε σχέση με την παραγωγή γνώσης δημιουργούνται κάποια κρίσιμα επιστημολογικά ερωτήματα που είναι σημαντικά για την κονστρουξιονιστική επιστημολογία.

Αν κάθε προσδιορισμός ενός «είναι» των φαινομένων εξυπηρετεί μορφές χρήσης που υπερβαίνουν μια απλή, ουδέτερη καταγραφή, τότε πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι αυτή η καταγραφή δεν είναι ήδη προσαρμοσμένη στα μέτρα αυτής της χρησιμότητας; Με άλλα λόγια, πώς διακρίνουμε την περιγραφή της πραγματικότητας από τους στόχους και τις λειτουργίες που την καθιστούν χρήσιμη; Θα μπορούσε ποτέ η καταγραφή μιας «αντικειμενικής πραγματικότητας» να προηγηθεί των χρήσεων που αυτή η γνώση καλείται να υπηρετήσει;

Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα από μια κονστρουξιονιστική οπτική μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η χρήση και η λειτουργία της επιστημονικής γνώσης προηγούνται επιστημολογικά και αξιακά της «αντικειμενικής» καταγραφής κάποιας εξωτερικής πραγματικότητας: Η αλήθεια εφευρίσκεται για να εξυπηρετήσει μορφές πρακτικών και οργάνωσης του ανθρώπου σε σχέση με τον κοινωνικό και φυσικό κόσμο και όχι το αντίστροφο. Υπό αυτή την έννοια, και η «αντικειμενική ματιά» της ψυχολογίας δεν είναι ουδέτερη και αμερόληπτη, αλλά ήδη διαμορφωμένη από τη χρησιμότητα υπέρ της οποίας μεροληπτεί.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Επεκτείνοντας σε σχέση με το νόημα των ψυχολογικών εννοιών, των γνώσεων, καθώς και της «αλήθειάς» τους: Αυτές αποκτούν τη σημασία του όχι με βάση το αν αντικατοπτρίζουν μια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά από το πώς χρησιμοποιούνται και τι λειτουργίες επιτελούν στο πεδίο εφαρμογής τους.

Οι γνώσεις της ψυχολογίας οργανώνουν το πεδίο του νοητού σε σχέση με τα ανθρώπινα βιώματα και τη συμπεριφορά: καθορίζουν ποια ερωτήματα μπορούν να τεθούν, ποιες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς αναγνωρίζονται ως «λογικές» και κατ’ επέκταση ποια είδη δράσεων και πρακτικών θεωρούνται έγκυρα.

Οι λειτουργίες αυτές λοιπόν, ποικίλλουν και αποτυπώνονται στον τρόπο με τον οποίο οι ορισμοί μπορούν, σκόπιμα ή μη, να ανακόπτουν ή να κινητοποιούν, να διαταράσσουν ή να σταθεροποιούν μορφές σχέσεων και πρακτικών, καθώς και άλλες μορφές γνώσης και «αλήθειας», σε όλο το πλέγμα του κοινωνικού, πολιτικού και προσωπικού βίου.

Έτσι, για παράδειγμα, ένας ορισμός της εξάρτησης ως μιας «αντικειμενικής ατομικής νευρολογικής πάθησης που εδράζεται στον εγκέφαλο» μπορεί να συνδέεται με ένα φάσμα λειτουργιών. Ίσως διευκολύνει την πρόσβαση σε δομές θεραπείας, καθιστώντας εύλογη και ευκολότερη την άμεση παρέμβαση μέσω της φαρμακευτικής αγωγής. Επίσης, ίσως καθιστά έτσι το ζήτημα της εξάρτησης συγκεκριμένο, προβλέψιμο και ελεγχόμενο για το άτομο, εξυπηρετώντας παράλληλα, την αγορά, μέσω του κέρδους φαρμακευτικών εταιρειών.

Από την άλλη πλευρά, ο ορισμός της εξάρτησης ως κοινωνικοψυχολογικού φαινομένου, που σχετίζεται με την αναπαραγωγή μοτίβων σχέσεων και επικοινωνίας, αλλά και με ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα, μπορεί να διευκολύνει την εστίαση στις ικανότητες του ατόμου να αλλάξει τη στάση του μέσα στα συστήματα σχέσεων που καθιστούν την εξάρτηση χρήσιμη. Παράλληλα, μπορεί να καταστήσει ορατή την αναγκαιότητα διεκδίκησης μάκρο-πολιτικών αλλαγών. Ιδίως αλλαγών που στοχεύουν στην καταπολέμηση φαινομένων που σχετίζονται με την εξάρτηση, όπως η φτώχεια.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ 
Έχοντας έναν πραγματιστικό επιστημολογικό προσανατολισμό η κονστρουξιονιστική προοπτική προτεραιοποιεί ερωτήματα γύρω από τη χρησιμότητα και τη λειτουργία των εννοιών: ποια μορφή σχέσεων παράγεται αν δεχτούμε μια συγκεκριμένη κατασκευή της αλήθειας; Ποιες άλλες «αλήθειες» αποκρύπτονται και πώς ενδεχομένως θα άλλαζαν τα πράγματα αν τις δεχόμασταν; Τι επιπτώσεις θα είχε αυτή η αλλαγή στις σχέσεις των ανθρώπων; Για ποιους και σε σχέση με τι θα ήταν χρήσιμες αυτές οι μορφές σχέσεων, και για ποιους όχι; Ποιες μορφές οργάνωσης των ανθρώπινων σχέσεων εξυπηρετεί η κυριαρχία μιας γνώσης ή ερμηνείας της πραγματικότητας έναντι κάποιας άλλης; Ποιους ρόλους και ποιες δυναμικές;

ΓΝΩΣΗ,ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ
Η αποδοχή ενός συγκεκριμένου πλαισίου ως αληθινού είναι ζωτική για την οργάνωση, τη λειτουργία και την επιβίωση των ανθρώπινων συστημάτων. Σκοπός της κατασκευαστικοκρατικής οπτικής δεν είναι μια ολιστική ανατροπή κάθε καθεστώτος αλήθειας της επιστήμης της ψυχολογίας , στο όνομα μιας σχετικοκρατίας, όπου «anything goes».

Το ότι οι σχέση του ανθρώπου με όσα βιώνει και παρατηρεί μέσα από έννοιες δεν μπορεί να είναι μια σχέση αμερόληπτη και αντικειμενική δεν αποτελεί μια δικαιολογία για την υιοθέτηση μιας στάση ουδέτερης ως προς τις διάφορες γνώσεις και αλήθειες που η επιστήμη της ψυχολογίας παράγει. H κοινωνική ζωή οργανώνεται μέσα από το συμβολικό και υλικό αντίκτυπο πρακτικών που θεμελιώνονται σε νοήματα τα οποία επικρατούν ως πιο «αληθή» από άλλα. Επομένως, φέρουμε την ευθύνη για το ποια από αυτά τα νοήματα αναπαράγονται και ποιες από αυτές τις πρακτικές θα επικρατήσουν.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΝΩΣΗΣ
Μέσα από αυτή τη σκοπιά, η γνώση που παράγει η επιστήμη της ψυχολογίας θα πρέπει να συνοδεύεται από τη διερεύνηση της χρησιμότητας και της λειτουργίας της μέσα στα πλαίσια όπου εφαρμόζεται. Παράλληλα, θα πρέπει να μεριμνά για την ανάδειξη εναλλακτικών μορφών γνώσης, όταν οι ήδη εγκαθιδρυμένες «αλήθειες» και πρακτικές συρρικνώνουν τις δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Για παράδειγμα, ένας μονόπλευρος ορισμός της ψύχωσης ως μια καθαρά ατομική πάθηση με  νευροβιολογική  βάση μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση των ανθρώπων που εμφανίζουν «ψυχωτικά συμπτώματα» ως αμετάκλητα «άρρωστων» που είναι παθητικά απέναντι στην αρρώστια , οδηγώντας σε κοινωνικό αποκλεισμό, εγκλεισμό και εφαρμογή πρακτικών καταστολής.

Σε τέτοιες συνθήκες, οι έννοιες της ψυχολογίας μπορούν να γίνουν εργαλεία αντίστασης, απαραίτητες για να αποδοθεί νόημα σε εμπειρίες βλάβης, να διεκδικηθούν μορφές αποκατάστασης απέναντι στην αποξένωση και την συμβολική ή έμπρακτη βία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σε συμφωνία με την πραγματιστική αρχή παραγωγής της γνώσης, η κονστρουξιονιστική προοπτική ωφελεί να ερωτηθεί για την χρησιμότητα της εφαρμογής της δικής της αρχής περί κατασκευής της πραγματικότητας, όσο και των επιμέρους γνώσεων που απορρέουν από αυτή την επιστημολογική θέση. 

Πόσο χρήσιμο θα ήταν, για παράδειγμα, να αντιμετωπιστούν ορισμοί  της «κακοποίησης», της «παρενόχλησης» ή  της «εκμετάλλευσης» ως απλώς γλωσσικές κατασκευές, που δεν έχουν άμεση και αντικειμενική σχέση με τα βιώματα και τα έμπρακτα  αποτελέσματα των αντίστοιχων φαινομένων; Πόσο δίκαιο θα ήταν αυτό προς ανθρώπους που βιώνουν τέτοιες μορφές βίας; Στον βαθμό που η αλήθεια αντιμετωπίζεται κάπως αλά καρτ, τότε πως οι άνθρωποι θα μπορούσαν να στηριχθούν σε αυτή προκειμένου να επιδιώξουν κοινωνικές ή προσωπικές αλλαγές; Θα μπορούσε κανείς γνωρίζοντας ότι η νοηματοδότηση που δίνει προς την πραγματικότητα είναι πάντοτε μετέωρη, να δεσμευτεί πρακτικά και συναισθηματικά σε συγκεκριμένες μορφές διεκδίκησης κοινωνικο-πολιτικών και προσωπικών αλλαγών στην ζωή του;  

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μποζατζής, Ν., & Δραγόνα, Θ. (Επιμ.). [2011]. Κοινωνική ψυχολογία: Η στροφή στον λόγο. Αθήνα: Μεταίχμιο.

James, W. (1975). Pragmatism. Harvard University Press. (Original work published 1907)

Dewey, J. (1929). The quest for certainty. G. P. Putnam’s Sons.

Dewey, J. (1938). Logic: The theory of inquiry. Henry Holt and Company.

Foucault, M. (1980). Power/knowledge: Selected interviews and other writings, 1972–1977. Pantheon Books.

Nightingale, D. J., & Cromby, J. (1999). Social constructionist psychology: A critical analysis of theory and practice. Open University Press.