ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΕΡΟΣ 3: ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Jean-François Millet II – Hunting Birds at Night, 1874

 

Η ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Καθώς η έννοια της αντικειμενικής γνώσης δεν υφίσταται ως ουδέτερη ή αυτόνομη εννοιολογική κατασκευή στο πλαίσιο της κονστρουξιονιστικής οπτικής, η γνωσιολογική σχέση του ανθρώπου και της επιστήμης με τη βιωμένη εμπειρία συλλαμβάνονται μέσα από τον θεωρητικό φακό του πραγματισμού.

Σύμφωνα με μια αρχή της πραγματιστικής σκέψης, ο άνθρωπος σχετίζεται με τον κόσμο με όρους δυνατοτήτων δράσης. Συγκεκριμένα, η προσαρμογή του ανθρώπου αποτελεί αποτέλεσμα της απάντησης στο ερώτημα «τι μπορώ ή δεν μπορώ να κάνω με αυτό;». Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η σχέση μας με τις έννοιες και τη γνώση συνοδεύεται από μια έγνοια για το πρακτικό αποτέλεσμα και τις συνέπειες της εφαρμογής τους (James, 1907).

Η κοινωνική ζωή, με τη σειρά της, κινείται και ζωντανεύει μέσα από λειτουργίες, από τα εκούσια ή ακούσια πρακτικά αποτελέσματα των ανθρώπινων δράσεων. Δηλαδή, από το αποτύπωμα που τελετουργίες, πρακτικές, ερμηνείες και εξηγήσεις αφήνουν μέσα στις κοινωνικές σχέσεις όπου εφαρμόζονται (Dewey, 1925).

Γενικεύοντας αυτήν την ιδέα σε σχέση με την παραγωγή γνώσης, δημιουργούνται κάποια κρίσιμα επιστημολογικά ερωτήματα για την κονστρουξιονιστική επιστημολογία.

Αν κάθε ορισμός των φαινομένων εξυπηρετεί μορφές χρήσης που υπερβαίνουν μια απλή, ουδέτερη καταγραφή, τότε πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι αυτή η καταγραφή δεν είναι ήδη προσαρμοσμένη στα μέτρα αυτής της χρησιμότητας; Με άλλα λόγια, πώς διακρίνουμε την περιγραφή της πραγματικότητας από τους στόχους και τις λειτουργίες που την καθιστούν χρήσιμη; Θα μπορούσε ποτέ η καταγραφή μιας «αντικειμενικής πραγματικότητας» να προηγηθεί των χρήσεων που αυτή η γνώση καλείται να υπηρετήσει;

Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα από μια κονστρουξιονιστική οπτική με πραγματιστικό προσανατολισμό, θα λέγαμε ότι η χρήση και η λειτουργία της επιστημονικής γνώσης προηγούνται επιστημολογικά και αξιακά της «αντικειμενικής» καταγραφής της πραγματικότητας: η «αλήθεια» εφευρίσκεται για να εξυπηρετήσει μορφές πρακτικών και οργάνωσης του ανθρώπου σε σχέση με τον κοινωνικό και φυσικό κόσμο και όχι το αντίστροφο. Υπό αυτή την έννοια, και η «αντικειμενική ματιά» της ψυχολογίας δεν είναι ουδέτερη και αμερόληπτη, αλλά ήδη διαμορφωμένη από τη χρησιμότητα υπέρ της οποίας μεροληπτεί.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Επεκτείνοντας αυτή την ιδέα σε σχέση με το νόημα των ψυχολογικών εννοιών, των γνώσεων, καθώς και της «αλήθειάς» τους: αυτές αποκτούν τη σημασία τους όχι με βάση το αν αντικατοπτρίζουν μια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά από το πώς χρησιμοποιούνται και τι λειτουργίες επιτελούν στο πεδίο εφαρμογής τους.

Σε συνάφεια με μια φουκωική οπτική, οι μορφές ψυχολογικής γνώσης οργανώνουν το πεδίο του νοητού σε σχέση με τα βιώματα και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Οριοθετούν ποια ερωτήματα μπορούν να τεθούν, ποιες ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς αναγνωρίζονται ως «λογικές» και, κατ’ επέκταση, ποια είδη δράσεων και πρακτικών θεωρούνται έγκυρα (Foucault, 1980).

Οι λειτουργίες αυτές λοιπόν, ποικίλλουν και αποτυπώνονται στον τρόπο με τον οποίο οι ορισμοί μπορούν, σκόπιμα ή μη, να ανακόπτουν ή να κινητοποιούν, να διαταράσσουν ή να σταθεροποιούν, μορφές σχέσεων και πρακτικών, καθώς και άλλες μορφές γνώσης και «αλήθειας», σε όλο το πλέγμα του κοινωνικού, πολιτικού και προσωπικού βίου.

Έτσι, για παράδειγμα, ένας ορισμός της εξάρτησης ως μιας «αντικειμενικής ατομικής νευρολογικής πάθησης που εδράζεται στον εγκέφαλο», μπορεί να συνδέεται με ένα φάσμα λειτουργιών. Ίσως διευκολύνει την πρόσβαση σε δομές θεραπείας, καθιστώντας εύλογη και ευκολότερη την άμεση παρέμβαση μέσω της φαρμακευτικής αγωγής. Επίσης, ίσως καθιστά έτσι το ζήτημα της εξάρτησης συγκεκριμένο, προβλέψιμο και ελεγχόμενο για το άτομο, εξυπηρετώντας παράλληλα την αγορά, μέσω του κέρδους φαρμακευτικών εταιρειών.

Από την άλλη πλευρά, ο ορισμός της εξάρτησης ως κοινωνικοψυχολογικού φαινομένου, που σχετίζεται με την αναπαραγωγή μοτίβων σχέσεων και επικοινωνίας, αλλά και με ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα, μπορεί να διευκολύνει την εστίαση στις ικανότητες του ατόμου να αλλάξει τη στάση του μέσα στα συστήματα σχέσεων που καθιστούν την εξάρτηση χρήσιμη. Παράλληλα, μπορεί να καταστήσει ορατή την αναγκαιότητα διεκδίκησης μάκρο-πολιτικών αλλαγών. Ιδίως αλλαγών που στοχεύουν στην καταπολέμηση φαινομένων όπως η φτώχεια.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Έχοντας έναν πραγματιστικό επιστημολογικό προσανατολισμό, η κονστρουξιονιστική προοπτική προτεραιοποιεί ερωτήματα γύρω από τη χρησιμότητα και τη λειτουργία των εννοιών: ποια μορφή σχέσεων παράγεται αν δεχτούμε μια κατασκευή της αλήθειας; Ποιες άλλες «αλήθειες» αποκρύπτονται και πώς ενδεχομένως θα άλλαζαν τα πράγματα αν τις δεχόμασταν; Τι επιπτώσεις θα είχε αυτή η αλλαγή στις σχέσεις των ανθρώπων; Για ποιους και σε σχέση με τι θα ήταν χρήσιμες αυτές οι μορφές σχέσεων, και για ποιους όχι; Ποιες μορφές οργάνωσης των ανθρώπινων σχέσεων εξυπηρετεί η κυριαρχία μιας γνώσης έναντι κάποιας άλλης; Ποιους ρόλους και ποιες δυναμικές;

ΓΝΩΣΗ, ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ
Η αποδοχή ενός πλαισίου ως αληθινού είναι ζωτική για την οργάνωση, τη λειτουργία και την επιβίωση των ανθρώπινων συστημάτων. Σκοπός της κονστρουξιονιστικής οπτικής δεν είναι μια ολιστική ανατροπή κάθε καθεστώτος αλήθειας της επιστήμης της ψυχολογίας,  στο όνομα μιας σχετικοκρατίας.

Το ότι η σχέση του ανθρώπου με όσα βιώνει και παρατηρεί μέσα από έννοιες δεν μπορεί να είναι μια σχέση αμερόληπτη και αντικειμενική, δεν αποτελεί μια δικαιολογία για την υιοθέτηση μιας στάσης ουδέτερης ως προς τις διάφορες γνώσεις και αλήθειες που η Ψυχολογία παράγει. H κοινωνική ζωή οργανώνεται από το συμβολικό και υλικό αντίκτυπο πρακτικών που θεμελιώνονται σε νοήματα τα οποία επικρατούν και αναπαράγονται ως πιο «αληθή» από άλλα. Επομένως, φέρουμε την ευθύνη για το ποια από αυτά τα νοήματα αναπαράγονται και εγκαθιδρύονται ως «αληθινά» και ποιες από αυτές τις πρακτικές θα επικρατήσουν.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΝΩΣΗΣ
Η γνώση που παράγει η επιστήμη της ψυχολογίας λοιπόν, θα πρέπει να συνοδεύεται από τη διερεύνηση της χρησιμότητας και της λειτουργίας της μέσα στα πλαίσια όπου εφαρμόζεται. Παράλληλα, θα πρέπει να μεριμνά για την ανάδειξη εναλλακτικών μορφών γνώσης, όταν οι ήδη εγκαθιδρυμένες «αλήθειες» και πρακτικές συρρικνώνουν τις δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Για παράδειγμα, ένας μονόπλευρος ορισμός της ψύχωσης ως μια καθαρά ατομική πάθηση με  νευροβιολογική  βάση μπορεί να οδηγήσει στην αντιμετώπιση των ανθρώπων που εμφανίζουν ψυχωσικά συμπτώματα ως αμετάκλητα «άρρωστων» που είναι παθητικά απέναντι στην αρρώστια, οδηγώντας σε κοινωνικό αποκλεισμό, εγκλεισμό και εφαρμογή πρακτικών καταστολής.

Σε τέτοιες συνθήκες, η Ψυχολογία μπορεί να παράγει και να διεκδικήσει διαφορετικές «αλήθειες», οι οποίες μπορούν να γίνουν εργαλεία αντίστασης, απαραίτητες για να αποδοθεί νόημα σε εμπειρίες βλάβης και να διεκδικηθούν μορφές αποκατάστασης απέναντι στην αποξένωση και τη συμβολική ή έμπρακτη βία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σε συμφωνία με την πραγματιστική αρχή παραγωγής της γνώσης, η κονστρουξιονιστική προοπτική ωφελεί να ερωτηθεί ως προς τη χρησιμότητα της εφαρμογής της δικής της αρχής περί κατασκευής της πραγματικότητας, όσο και των επιμέρους γνώσεων που απορρέουν από αυτή την επιστημολογική θέση.

Πόσο χρήσιμο θα ήταν, για παράδειγμα, να αντιμετωπιστούν ορισμοί  της «κακοποίησης», της «παρενόχλησης», της «οικονομικής εκμετάλλευσης», ή της «γενοκτονίας», ως απλώς γλωσσικές κατασκευές που δεν έχουν άμεση και αντικειμενική σχέση με τα βιώματα και τα έμπρακτα  αποτελέσματα των αντίστοιχων φαινομένων; Πόσο δίκαιο θα ήταν αυτό προς ανθρώπους που βιώνουν τέτοιες μορφές βίας; Στον βαθμό που η αλήθεια αντιμετωπίζεται κάπως αλά καρτ, τότε πώς οι άνθρωποι θα μπορούσαν να στηριχθούν σε αυτή προκειμένου να επιδιώξουν κοινωνικές ή προσωπικές αλλαγές; Θα μπορούσε κανείς, έχοντας αποδεχτεί ότι η νοηματοδότηση που δίνει προς την πραγματικότητα είναι πάντοτε μετέωρη, να δεσμευτεί σε μορφές διεκδίκησης κοινωνικο-πολιτικών και προσωπικών αλλαγών στη ζωή του;

 

 

Βιβλιογραφία

Dewey, J. (1925). Experience and nature. Open Court.

Foucault, M. (1980). Power/knowledge: Selected interviews and other writings, 1972–1977 (C. Gordon, Ed.; C. Gordon, L. Marshall, J. Mepham, & K. Soper, Trans.). Pantheon Books.

James, W. (1907). Pragmatism: A new name for some old ways of thinking. Project Gutenberg.
https://www.gutenberg.org/files/5116/5116-h/5116-h.htm