Ramón Bonilla – KAMP , 2015
ΤΙ ΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΩΣ «ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΟΝΣΤΡΟΥΞΙΟΝΙΣΜΟΥ;
Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: αν οι έννοιες της γλώσσας δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα αλλά τη συγκροτούν, τότε τι γίνεται με τα βιώματα, τα συναισθήματα, το ίδιο το σώμα μέσα στον χώρο; Μπορούμε να αποδεχτούμε ότι ακόμη και αυτά που αντιλαμβανόμαστε ως αισθητηριακά διαφορετικά, όπως η θέση μας στον χώρο ή η συγκεκριμένη υφή ενός συναισθήματος, είναι τελικά το απόσταγμα μιας αναπαραστατικής διαδικασίας της γλώσσας, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχαν;
Επιπλέον, αν για παράδειγμα ορίζαμε τα βιώματα με βάση πληροφορίες που αντιστοιχούν στο αντικειμενικό σωματοαισθητηριακό περιεχόμενο της εμπειρίας τους, δε θα μπορούσαμε τότε να υποστηρίξουμε ότι οι γλωσσικοί ορισμοί που χρησιμοποιούμε τα προσδιορίζουν με αντικειμενικό τρόπο;
Η απάντηση που θα δώσω σε αυτά τα ερωτήματα δεν εδράζεται σε μια παραδοσιακή κονστρουξιονιστική ματιά, αλλά σε έναν συνδυασμό κονστρουξιονιστικών θέσεων με φαινομενολογικές προσεγγίσεις της άμεσης, ενσώματης εμπειρίας και με θεωρήσεις της ενσώματης αντίληψης.
ΤΟ «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ»
Στο πλαίσιο αυτής της κονστρουξιονιστικής λογικής, η επαφή του ανθρώπου με όσα παρατηρεί, βιώνει και κάνει είναι άμεση μόνο σε ένα σωματοαισθητηριακό επίπεδο (Merleau-Ponty, 1945/2002, pp. x–xi, xviii), ενώ σε ένα εννοιολογικό επίπεδο, η εμπειρία οργανώνεται μέσα από κοινωνικές και γλωσσικές διεργασίες.
Οι νευροβιολογικές βάσεις του ανθρώπινου οργανισμού είναι διαμορφωμένες έτσι ώστε για παράδειγμα, η στεναχώρια, η χαρά, η αίσθηση του κρύου, του ζεστού και του πόνου, να αποτελούν διακριτές ποιότητες βιωμάτων με διαφορετική υφή.
Αντλώντας από τη θεωρία της ενσώματης αντίληψης του Merleau-Ponty (1945/2002, pp. 112–117, 161–163, 283–295), το ίδιο ισχύει και για την ενσώματη κίνηση, τη θέση του σώματος στον χώρο, καθώς και για την πρόσβαση σε υλικούς πόρους. Οι περιορισμοί και οι δυνατότητες που προσφέρει ο χώρος προς το σώμα, καθώς και η προσβασιμότητα ή η μη προσβασιμότητα των αντικειμένων μέσα σε αυτόν, μπορούν να θεωρηθούν αισθητηριακά και λειτουργικά “αντικειμενικοί”. Με την έννοια ότι αναδύονται από την ενσώματη οργάνωση του σώματος και δεν εξαντλούνται στη γλωσσική τους περιγραφή.
Από αυτή την αισθητηριακή–σωματική επαφή διαμορφώνεται μια πραγματική – με την παραπάνω έννοια – προγλωσσική σχέση που αντιστοιχεί σε αυτό που το σώμα αναγνωρίζει ως δυνατό, προσβάσιμο και διαφοροποιημένο ως προς τις αισθητηριακές ποιότητες της εμπειρίας.
ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΟΣ-ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Ωστόσο, σε αυτή τη γραμμή σκέψης, με αυτό το «πραγματικό» της εμπειρίας ερχόμαστε σε άμεση επαφή μέσα από το σώμα και τις αισθήσεις μας. Αντίθετα, οι γλωσσικές έννοιες, όπως και η γνωσιακή επεξεργασία (εξήγηση, μελέτη, ορισμός) της εμπειρίας, δεν ενσωματώνουν το ίδιο το βίωμα, αλλά δημιουργούν μια εννοιολογική και αναπαραστατική εκδοχή αυτού (Dreyfus, 1991, pp. 6–10).
Όπως ειπώθηκε στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς κειμένων, η παραγωγή νοήματος και (γλωσσικού) ορισμού ενός φαινομένου μέσα από τη γλώσσα προϋποθέτει μια διαδικασία διάκρισης. Την ανάδειξη δηλαδή, κάποιων πληροφοριών (έναντι άλλων), οι οποίες, σε αυτή τη διαδικασία, λειτουργούν ως κριτήρια για τον ορισμό του.
Αυτές οι πληροφορίες μπορεί να είναι αισθητηριακές-συναισθηματικές, ή αφηρημένες γνωσιολογικές πληροφορίες, όπως ιδέες και θεωρίες, καθώς και άλλες μορφές γνώσεων που σχετίζονται με το φαινόμενο που ορίζεται.
Αυτή η διαδικασία δεν καθορίζεται από το ίδιο το φαινόμενο. Οι παρατηρήσεις και τα βιώματα προς νοηματοδότηση δεν καθορίζουν ποια κριτήρια είναι σημαντικότερα για τον ορισμό τους και ποια λιγότερο σημαντικά. Αντίθετα, αυτό επιτελείται από τους ανθρώπους (Gergen, 1985). Αυτοί δημιουργούν διυποκειμενικά ένα συμβατικό γλωσσικό νόημα της εμπειρίας, το οποίο ξεπερνά το αισθητηριακό-σωματικό αποτύπωμά της.
Όπως υπογραμμίζουν οι Dabirimehr & Fatmi (2014, pp. 1283–1284, 1286), ο κονστρουξιονισμός δεν αρνείται απαραίτητα μια βιωμένη πραγματικότητα, αλλά αμφισβητεί ότι το νόημα που στηρίζεται σε γλωσσικές διακρίσεις μπορεί να αποκτήσει μια άμεση και φυσική σχέση με αυτή την πραγματικότητα.
Πληροφορίες που συλλέγονται από τo ενσώματο και αισθητηριακό της εμπειρίας δεν λειτουργούν ως αυτονόητο ή φυσικό μέτρο για το ποιο κριτήριο θα αναγνωριστεί ως σημαντικότερο για τον ορισμό της. Το μέτρο αυτό ορίζεται από τους ανθρώπους μέσα από τη χρήση πολιτισμικών σχημάτων νοηματοδότησης της εμπειρίας τους, όπως προκύπτει και από τη δουλειά του Jerome Bruner (1990, pp. 33–35). Ως αποτέλεσμα, μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και οι έννοιες που δημιουργούνται με αναφορά σε πληροφορίες του «πραγματικού», αποτελούν και αυτές συμβατικές γλωσσικές κατασκευές.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑΣ
Ας ορίσουμε για παράδειγμα τη στεναχώρια με βάση το πώς τη βιώνουμε αισθητηριακά, σωματικά και συναισθηματικά: η στεναχώρια είναι μια κατάσταση μειωμένης σωματικής και ψυχικής κινητοποίησης, που βιώνεται ως βάρος, επιβράδυνση και εσωτερική συστολή. Εκδηλώνεται αισθητηριακά μέσα από κόπωση, χαμηλή ενέργεια, αίσθηση κενού ή πίεσης στο στήθος και βραδύτητα.
Αυτή η έννοια της στεναχώριας αποκλείει από τον ορισμό της κοινωνικά και επικοινωνιακά στοιχεία που μπορεί να τη συνοδεύουν ως βίωμα μέσα από πολιτισμικές αναγνώσεις της. Ενδεικτικά, η στεναχώρια μπορεί να οριστεί ως μια σχεσιακή και επικοινωνιακή πράξη, μέσω της οποίας ένα άτομο σηματοδοτεί μια μεταβολή στη θέση του μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Δηλαδή, έναν τρόπο με τον οποίο ένα άτομο μπορεί να δηλώσει απώλεια ή ματαίωση, ανάγκη για απόσυρση ή φροντίδα.
Το ίδιο το βίωμα της στεναχώριας δεν καθορίζει αν οι πληροφορίες που αφορούν την αντικειμενική σωματοαισθητηριακή εμπειρία της αποτελούν σημαντικότερο κριτήριο ορισμού της, σε σύγκριση με τις πληροφορίες που αφορούν τις κοινωνικές λειτουργίες που επιτελεί.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΩΡΟ
Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τον χώρο. Ο χώρος μπορεί να οριστεί με βάση το πώς βιώνουμε το σώμα μας μέσα σε αυτόν: ως το πεδίο εντός του οποίου το σώμα υπάρχει, κινείται και προσανατολίζεται. Είναι η τρισδιάστατη δομή που καθορίζει τη θέση μας, τις αποστάσεις μας και την πρόσβασή μας σε άλλα υλικά σώματα.
Από την άλλη, ο χώρος μπορεί να οριστεί και μέσα από την ψυχολογική μας σχέση με αυτόν. Μπορεί να βιώνεται ως «στενός», «ασφαλής», «απειλητικός» ή «οικείος», ανάλογα με τις εμπειρίες που έχουμε σε διαφορετικά περιβάλλοντα και με το πώς, μέσα από αυτές τις εμπειρίες, αποδίδουμε νόημα στον χώρο.
Το ενσώματο βίωμα του χώρου, ωστόσο, δεν μας επιβάλλει ότι ο ορισμός του με βάση το σώμα είναι αυτονόητα σημαντικότερος από τον ψυχολογικό ή τον συμβολικό του ορισμό.
ΤΑ «ΠΡΑΓΜΑΤΑ» ΩΣ CONCEPTS
Ο κόσμος και η εμπειρία μας μέσα σε αυτόν υπάρχουν. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε έννοια που να τα αγγίζει, παρά μόνο ένα ίχνος τους. Ένα βιωματικό αποτύπωμα δηλαδή, που η γλώσσα υποδεικνύει χωρίς να μπορεί να ταυτιστεί με αυτό. Το «πραγματικό» παραμένει ακατέργαστο, άρρητο και προ-συμβολικό, χωρίς εγγενές νόημα.
Η ίδια η εμπειρία δεν είναι ταυτόσημη με τον ορισμό ή την εξήγησή της. Κάθε φορά που αποδίδουμε νόημα σε κάτι ορίζοντάς το, είτε αυτό αφορά ένα βίωμα, το σώμα μας, τον χώρο ή οποιαδήποτε παρατήρηση του κόσμου, το εντάσσουμε στο «γλωσσικό», μετατρέποντάς το σε ένα συμβολικό σημείο. Μέσα στον θύλακα της γλώσσας, η εμπειρία σταματά να αποτελεί αντικειμενικό «πράγμα» και μετατρέπεται σε αναπαράσταση.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η απόπειρα να προσδιορίσουμε την εμπειρία είναι μια (γλωσσική) χειρονομία που μεταθέτει και ανακατασκευάζει την ίδια την εμπειρία και τα πράγματα του υλικού κόσμου, από το πεδίο του πραγματικού–βιωμένου, στο πεδίο της αναπαράστασης και των συμβόλων. Μια συμβατική–ταξινομική επιλογή, από την οποία η εμπειρία αποκτά μορφή, όνομα και τόπο μέσα στον κόσμο των σημασιών.
Βιβλιογραφία
Bruner, J. (1990). Acts of meaning. Harvard University Press.
Dabirimehr, A., & Fatmi, M. T. (2014). Laclau and Mouffe’s theory of discourse. Journal of Novel Applied Sciences, 3(11), 1283–1287.
Dreyfus, H. L. (1991). Being-in-the-world: A commentary on Heidegger’s Being and Time (Division I). MIT Press.
Gergen, K. J. (1985). The social constructionist movement in modern psychology. American Psychologist, 40(3), 266–275. https://doi.org/10.1037/0003-066X.40.3.266
Merleau-Ponty, M. (2002). Phenomenology of perception (C. Smith, Trans.). Routledge. (Original work published 1945)
