Συστημικη
Ψυχοθεραπεια
μια επεξήγηση
Η συστημική ψυχοθεραπεία θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι το ανθρώπινο βίωμα, η συμπεριφορά και τα ψυχολογικά φαινόμενα δεν μπορούν να κατανοηθούν επαρκώς αποκομμένα από τα κοινωνικά και επικοινωνιακά πλαίσια μέσα στα οποία αναδύονται. Σε ένα κοινωνικό σύστημα, κάθε συμπεριφορά μπορεί να ιδωθεί ως μέρος μιας ακολουθίας επικοινωνιακών πράξεων. Συνιστά δηλαδή όχι μόνο μια ατομική αντίδραση, αλλά μια επικοινωνιακή πράξη, ένα μήνυμα ή απάντηση προς κάποιον άλλο.
Υπό αυτή την οπτική, τα συμπτώματα και οι εκδηλώσεις του ψυχικού πόνου δεν ερμηνεύονται αποκλειστικά ως ένα ενδοψυχικό αντανακλαστικό, διαμορφωμένο από τα νοήματα και προσωπικές εμπειρίες του παρελθόντος. Αντιμετωπίζονται ως φορείς σημασίας προς τον Άλλο, οι οποίοι αποκτούν λειτουργική αξία μέσα από τις σχέσεις του παρόντος. Κάθε μορφή ερμηνείας και ανταπόκρισης σε αυτά τα φαινόμενα επιτελεί μια λειτουργία για το σύστημα σχέσεων στο οποίο εκδηλώνεται. Η λειτουργία συνδέεται με τον τρόπο που μια συμπεριφορά ή μια στάση οργανώνει, διαταράσσει ή σταθεροποιεί μορφές σχέσεων (συγκρούσεις, συμμαχίες, αποστασιοποιήσεις , συνδέσεις π.χ.) μεταξύ των μελών του. Αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα δομείται γύρω από το ‘’πρόβλημα’’ , ποιες θέσεις και ρόλοι υποστηρίζονται ή αποτρέποντα μέσω της παρουσίας του. Το «πρόβλημα» δεν βρίσκεται σε ένα άτομο, αναδύεται στην επικοινωνιακή οργάνωση που διατηρεί το σύμπτωμα ως λειτουργικό της στοιχείο.
Ένας από τους βασικούς στόχους της συστημικής προσέγγισης είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι μορφές αλληλεπίδρασης και οι λειτουργίες τους διαμορφώνουν συγκεκριμένα πρότυπα επικοινωνίας, αναδεικνύοντας τόσο τη χρησιμότητά τους σε σχέση με ανάγκες, ρόλους, φόβους του κάθε μέλους, όσο και το πιθανό κόστος για τα άτομα που εμπλέκονται. Παράλληλα, μέσα από μια συνεργατική διαδικασία, θεραπευτής/τρία και θεραπευόμενος/νη συν-εφευρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους ερμηνείας ή συσχέτισης, με στόχο να διαταράξουν τις εγκαθιδρυμένα πρότυπα αλληλεπίδρασης.
Ας πούμε ότι σε μια οικογένεια, ένας έφηβος αρχίζει να αποσύρεται συχνά στο δωμάτιό του και αρνείται να συμμετέχει σε κοινές οικογενειακές δραστηριότητες. Η μητέρα ερμηνεύει την απομόνωση ως ένδειξη «βαθιού συναισθηματικού προβλήματος». Γι’ αυτό τον προσεγγίζει επίμονα, προσπαθώντας να τον κάνει να μιλήσει.
Ο πατέρας, αντίθετα, υιοθετεί μια πιο αποστασιωποιημένη στάση: θεωρεί ότι «είναι μια φάση» και πως η υπερανάλυση μπορεί να επιβαρύνει την κατάσταση. Παράλληλα, η σχέση ανάμεσα στους δύο γονείς χαρακτηρίζεται γενικότερα από απόσταση, με εξαίρεση τις στιγμές που ή συγκρούονται γύρω από το ζήτημα του εφήβου.
Σχεσιακη
λειτουργια
Από συστημική οπτική, η απομόνωση του εφήβου δεν θεωρείται ατομικό σύμπτωμα αποσυνδεδεμένο από το οικογενειακό πλαίσιο· αντίθετα, αποκτά λειτουργία μέσα στο σύστημα των σχέσεων. Η απόσυρσή του μπορεί, για παράδειγμα, να λειτουργεί ως σημείο συγκέντρωσης της γονικής προσοχής, φέρνοντας τους γονείς σε μια μορφή σύνδεσης μέσα από τη διαφωνία τους. Μπορεί επίσης να προσφέρει στη μητέρα έναν ενισχυμένο ρόλο φροντίδας και ανησυχίας, εδραιώνοντας την ταυτότητά της ως «συναισθηματικού πυρήνα» της οικογένειας.
Παράλληλα, η στάση του πατέρα του επιτρέπει να διατηρεί τη θέση του ως «λογική φωνή» και «ήρεμη δύναμη», που αποφεύγει τη δραματοποίηση και κρατά απόσταση. Με τον χρόνο, οι αποκρίσεις των γονέων και η αντίδραση του εφήβου οργανώνουν ένα μοτίβο επικοινωνίας που τείνει να διατηρείται και να αυτοενισχύεται. Η επίμονη προσπάθεια της μητέρας να προκαλέσει «βαθιές» συζητήσεις εντείνει την ανάγκη του εφήβου να αποτραβηχτεί περισσότερο, καθώς ερμηνεύει την στάση της μητέρας του ως υπερπροστατευτική και αυτό κάπως τον ‘’πνίγει’’.
Η στάση του πατέρα, από την άλλη, λαμβάνεται ως μήνυμα αδιαφορίας από τη μητέρα να επωμίζεται σχεδόν αποκλειστικά τη «διαχείριση» του παιδιού, γεγονός που ενισχύει την ένταση και τις διαφωνίες ανάμεσά τους.
Η απομόνωση του εφήβου μέσα σε αυτή την σχεσιακή οργάνωση αποκοτά μια διττή λειτουργία, διατηρεί την απομόνωση τόσο ως τρόπο διεκδίκησης μιας προσωπικής αυτονομίας όσο και που συγκρατεί τους γονείς σε μια μορφή σύνδεσης μέσα από την διαφωνία τους.
Σε σχέση με τους θεραπευτικούς στόχους: Αν υποθέσουμε ότι το «πρόβλημα» είναι η απομόνωση του εφήβου, θα μπορούσαμε να θέσουμε ερωτήματα που αναπλαισιώνουν αυτή τη συμπεριφορά. Για παράδειγμα: «Θα μπορούσε η στάση του γιου σας να μην εκφράζει απαραίτητα ένα συναισθηματικό πρόβλημα ή αντικοινωνικότητα, αλλά μια μορφή αναπτυξιακής διεκδίκησης της αυτονομίας του;»
Μέσα από μια τέτοια αναπλαισίωση, θα μπορούσε να προταθεί να δοκιμάσει, για παράδειγμα, η μητέρα να προσφέρει λίγο περισσότερο χώρο στον έφηβο, μειώνοντας την ένταση των προσπαθειών για συζήτηση γύρω από το θέμα.
Αν στη συνέχεια υποθέσουμε ότι η απομόνωση του εφήβου αποκτά επιπλέον λειτουργία επειδή, με έναν τρόπο, συνδέει τους αποσυνδεδεμένους γονείς, τότε, εφόσον αυτή η υπόθεση αρχίζει να φαίνεται εύλογη και στους ίδιους, μπορούμε να μετακινήσουμε την εστίαση στη σχέση του ζευγαριού. Στόχος θα ήταν να διερευνηθούν νέοι τρόποι συσχέτισης, χωρίς να χρειάζεται η συμπεριφορά του γιου για να τους φέρει κοντά.
Τέτοια ερωτήματα μπορεί να είναι:
«Πώς αλλιώς θα μπορούσατε να συνδεθείτε, χωρίς να χρειάζεστε την τάση απομόνωσης του γιου σας;»
«Πότε ήταν η τελευταία φορά που νιώθατε δεμένοι μεταξύ σας; Τι είχε αλλάξει τότε;»
«Τι θα μπορούσε να γίνει σήμερα ώστε να αναβιώσει κάτι από εκείνη τη συνθήκη που στο παρελθόν σας κρατούσε πιο ενωμένους;»